Συνεχίζοντας λοιπόν από την προηγούμενη ανάρτηση…Η βραδιά των γενεθλίων του Γιώργου, τα είχε όλα όπως έλεγα…και έκλεισε με πόνο και δάκρυα, γιατί είχε, ένα τέλος κι ένα αντίο….Το τέλος και το αντίο στον Τίγρη μας!
Ο Τιγρέλος είχε γίνει η πελώρια αγάπη των παιδιών.Ο φίλος τους στο παιχνίδι και στην σκανταλιά. Είχαν την ευθύνη του. Το τάισμα, η καθαριότητα και η φροντίδα του, ήταν αποκλειστικά δική τους κι ήταν κάτι που τους έδινε τεράστια χαρά, παρόλο που συχνά γκρίνιαζαν γιατί έλεγαν πως βαριούνται να πάνε ως εκεί…100 μέτρα από το σπίτι μας! Μόλις όμως, πήγαιναν στο σπιτάκι που ζούσε ο Τίγρης άκουγες τα γαργαριστά τους γέλια και τις χαρούμενες φωνές τους. Ποτέ δεν τους έχω δει τόσο χαρούμενους, όσο ήταν με αυτό το μικρό τους πλάσμα…Κι εκείνος είχε εξελιχθεί σε μια πανέμορφη γατούλα όλο σκέρτσο και κυνήγι. Κούκλος…Όμως τον τελευταίο καιρό καθώς ο Τίγρης μεγάλωνε άρχισε να γίνεται όλο και πιο ανεξάρτητος και ακολουθούσε τα παιδιά σαν γυρνούσαν σπίτι, από το δρομάκι που ενώνει το χώρο που δουλεύω και ήταν το σπίτι του.
Αυτό ήταν κάτι που δεν μας άρεσε και προσπαθούσαμε να τον τρομάξουμε για να αποθαρρυνθεί και να μην μπαίνει στην αυλή, μιας και φοβόμασταν τα σκυλιά μας. Όμως την ημέρα των γενεθλίων του Γιώργου, τα σκυλιά ήταν δεμένα και το σπίτι γεμάτο κόσμο και ιδιαίτερα, γεμάτο παιδιά.
Ο Τίγρης ήρθε κι όσο κι αν προσπαθήσαμε να τον διώξουμε έμεινε.Επαιξε με τα παιδιά, κρύφτηκε κάτω από το τραπέζι και ορμούσε στον καθένα που προσπαθούσε να γευτεί κάτι από το μπουφέ. Μας έκανε να γελάσουμε πολύ. Έφαγε μέχρι σκασμού και κοιμήθηκε σε αγκαλιές γουργουρίζοντας ευτυχισμένος.
Τις πρώτες πρωινές ώρες που τέλειωσε το πάρτι, τα παιδιά πήγαν για μπάνιο και ύπνο κι εγώ πήγα τον Τίγρη σπίτι του.Κάποια στιγμή άκουσα φασαρία στην αυλή και τον Πανταζή να προσπαθεί να διώξει κάτι κι αμέσως κατάλαβα. Βγήκα στην αυλή και τον άκουσα να φωνάζει πως του όρμησαν τα σκυλιά. Έτρεξα πίσω από τον σκύλο που τον έπιασε φωνάζοντας τον και τότε αντιλήφθηκα πως τα παιδιά είχαν ακούσει τις φωνές κι είχαν βγει στο μπαλκόνι.
Δεν έχω ξανακούσει τα παιδιά μου έτσι. Οι κραυγές τους θα μου μείνουν αξέχαστες. Ούρλιαζαν σπαρακτικά, τόσο δυνατά που για τις επόμενες δύο ημέρες δεν είχαν φωνή.
Σταματήσαμε κατευθείαν με τον Πανταζή να φωνάζουμε για να μην ταραχθούν περισσότερο και μέσα στα επόμενα όχι παραπάνω από 10 δευτερόλεπτα είδα τον σκύλο και του ζήτησα να τον αφήσει.Τον άφησε μπροστά μου, μα ήταν ήδη αργά. Τον πήρα στην αγκαλιά μου και δεν κατάλαβα πως τα παιδιά ήταν δίπλα μου φωνάζοντας και κλαίγοντας, ξυπόλητοι και αλαφιασμένοι σε απόλυτο πανικό να κοιτάζουν το νεκρό γατάκι τους στην αγκαλιά μου…Ήταν ότι χειρότερο μπορούσε να συμβεί…
Ήταν μια ζόρικη νύχτα. Τον τύλιξα με την κουβερτούλα του και τους άφησα να τον χαϊδέψουν, να τους πούνε αντίο, και να τον αποχαιρετήσουν. Έκλαιγαν με φωνή και δεν θα ξεχάσω ποτέ τα γοερά “γιατί”, τα γυμνά τους πόδια να χτυπούν με αγωνία στο χώμα, τα χέρια τους να σφίγγουν και να ξεσφίγγουν το ένα το άλλο με απόγνωση κοιτάζοντας τον και τις γροθιές τους να κρύβουν τα μάτια τους καθώς κουνούσαν το κεφάλι με απελπισία…φωνάζοντας το όνομα του ξανά και ξανά…
Δεν έφυγαν από κοντά μας και στάθηκαν μέχρι τέλους δίπλα στο μικρό τους φίλο χωρίς να τον εγκαταλείψουν, ακόμη κι όταν ο μπαμπάς τους με 39 πυρετό, στις 3.00 τα ξημερώματα, έσκαψε τη γη για να βάλουμε μέσα της, κλαίγοντας όλοι μαζί, τον μικρό μας Τιγρέλο…ενώ ο μπαμπάς τους, μου ψιθυρίσε απαλά “κλείσε του τα μάτια…”
Κοιμηθήκαν αγκαλιά, με χιλιάδες ερωτηματικά που έψαχναν απάντηση στα δικά μου μάτια. Που είναι τώρα; φοβήθηκε; πόνεσε; θα τον ξαναδούμε;
Ήταν κουρασμένοι πτώματα κι όμως τα πρησμένα βλέφαρα δεν έκλειναν. Τους είπα ότι είναι με τη μαμά του, ότι ήταν ένα χαρούμενος γατούλης που αγαπήθηκε πολύ, που είχε μια μικρή αλλά γεμάτη ευτυχία ζωή, γιατί είχε εκείνους που ήταν φίλοι του και τον φρόντιζαν και τον αγαπούσαν τόσο, ότι η τελευταία του ημέρα ήταν υπέροχη γιατί χάρηκε παιχνίδια κι αγκαλιές…κι άλλα πολλά, για να τους ανακουφίσω από τον πόνο.
Κι έτσι με τη σκέψη ότι είναι χαρούμενος μαζί με τη μαμά του, τους νίκησε η κούραση και κοιμήθηκαν, με τα μάτια πρησμένα και τα πρόσωπα πονεμένα.
Πάντα είχα στο νου μου πως έπρεπε να μιλώ μαζί τους για το τέλος και το θάνατο μα τίποτε δεν σε προετοιμάζει για όλο αυτό, ιδιαίτερα αν γίνει με τόσο βίαιο τρόπο.
Μιλούν για εκείνον συνέχεια και συχνά τους βρίσκω να συζητούν μεταξύ τους, προσπαθώντας να δώσουν εξηγήσεις λογικές για να μην μισήσουν τα σκυλιά, λέγοντας ο ένας στον άλλον αυτά που τους λέμε εμείς πως είναι στη φύση τους κι έκαναν κάτι που τους προστάζει το ένστικτο τους…Παρόλα αυτά τα σκυλιά μας δεν είναι πολύ δημοφιλή τις τελευταίες ημέρες…
Συχνά έρχονται σε διαφορετικούς χρόνους και ρωτούν διάφορα. Ο Γιώργος με ρωτούσε αν όλο αυτό έγινε στ’αλήθεια ή ήταν όνειρο και η πιο μεγάλη ερώτηση είναι αν θα τον ξαναδεί κι όταν δυσκολεύονταν να το χωνέψει με ρώτησε κάτι απίθανο…”δηλαδή έφυγε σαν το Νάντο;”…Του είπα “ναι, ακριβώς έτσι….” κι ήταν σαν να του απέκλεισα κάθε μικρή, ελάχιστη ελπίδα…κι αυτό πόνεσε πολύ! Έφυγε με κατεβασμένο κεφάλι γιατί αντιλήφθηκε την απόλυτη νέα πραγματικότητα…Όταν πέθανε ο Νάντο μας, ο Γιώργος ήταν κάτι παραπάνω από 3 ετών και είναι η πρώτη του απώλεια και η πρώτη του κατανόηση γα το τι σημαίνει θάνατος. Σημαίνει πως δεν θα σε ξαναδώ…ποτέ!
Για τον Άγγελο παρόλο που είναι μεγαλύτερος η αγωνία παραμένει η ίδια, μα δεν έχει ερωτηματικά…”Δεν θα τον ξαναδώ…Δεν θα τον δω να μεγαλώνει”… εκείνος ξέρει πια!
Μιλήσαμε για τον μικρό Πρίγκιπα και τον αποχαιρετισμό του με την αλεπού, για την σημαντικότητα κάθε πλάσματος που αγαπάμε, για την αγάπη που δεν πάει χαμένη, για την σχέση που δεν τελειώνει, για τον πόνο που λιγοστεύει…για όλα αυτά που μπορεί να αισθάνομαι πως βοηθούν.
Με κοιτάζουν πάντα σιωπηλά και βαθιά και κάθε φορά νιώθουν όλο και καλύτερα, με την σκέψη πως πρόλαβαν να του χαρίσουν αγάπη και πως είναι με τη μαμά του και πως …ίσως ξαναβρεθεί στη ζωή τους με άλλο τρόπο…ψάχνουν στα σύννεφα τη μορφή του και μελαγχολούν, σαν έρχεται η ώρα που πήγαιναν να τον ταίσουν και να παίξουν μαζί του.
Οι απορίες και ο πόνος τους έχουν άλλη ωριμότητα κι άλλη περιοδικότητα ανάλογα με την ηλικία τους, μα η αλήθεια είναι ο πόνος της απώλειας είναι ίδιος και στους δύο. Κλαίνε πολύ και τους λείπει
πολύ και τον θυμούνται και πικραίνονται παρόλο που συνέχεια προσπαθώ να τους κάνω να θυμούνται τις χαρούμενες στιγμές μαζί του και τις πιο αστείες…Γελούν για λίγο και μετά αρχίζουν τα μάτια τους να τρέχουν και πάλι.
“Μαμά, μου λείπει, τον θέλω πίσω”… τι μπορώ να πω σε αυτό; Τίποτε…γιατί κι εμένα μου λείπει κι εγώ τον θέλω πίσω…τον μικρό χαρούμενο γατούλη μας, που όλοι ήμασταν σίγουροι πως θα τον βλέπαμε να γίνεται ένα τέλειος πελώριος γάταρος. Δυνατός και πανέμορφος…
Όμως όχι…Ο Τίγρης μας έφυγε με τρόπο σκληρό. Το γραφείο μου είναι άδειο χωρίς εκείνον να τρέχει ολόγυρα και κάνει τις σκανταλιές του. Χωρίς το “τοκ τοκ τοκ”, τον ήχο από τα μικρά του ποδαράκια να ακούγονται στο ξύλινο πάτωμα, όταν κυνηγούσε μπαμπούρια. Ήταν η μικρή χαρούμενη παρέα μου και η αυλή είναι τόσο άδεια χωρίς εκείνον.
Λείπει πολύ από όλους μας, μα περισσότερο από τα παιδιά μας.
Το να μιλώ στα παιδιά για το τέλος και το θάνατο είναι παράξενο. Σαν να προσπαθώ να τους πείσω για κάτι που ούτε εγώ θέλω να δεχθώ, σαν να τους λέω παραμύθια που ούτε εμένα με “ψήνουν”…για ψυχές που ζουν σε αστέρια, για πόνο που έχει νόημα… “Αν τον θυμόμαστε δεν θα πεθάνει ποτέ”…λέει ο Γιώργος κι ύστερα με κοιτά με αβεβαιότητα και με ρωτά “ε μαμά;” και θα θελα να του πω “ναι”….και να είναι αλήθεια!
Είμαι η μαμά τους…Ξέρω πως να τους ανακουφίσω, πως να τους βοηθήσω να ηρεμήσουν και να νιώσουν λίγο καλύτερα με συναισθηματικές ή ακόμη και υπερφυσικές εξηγήσεις, μα η αλήθεια είναι πως δεν μπορεί να σε ακουμπήσει ένας τέτοιος πόνος χωρίς να σου αφήσει σημάδια. Η καρδιά πονά, η απώλεια υπάρχει και το κενό παραμένει ανοιχτό για πολύ πολύ καιρό…
Δουλεύοντας με εξαρτημένους, έχω “δουλέψει” για χρόνια με τον πόνο του θανάτου, μα αυτή η εμπειρία, όπως κι αν ακουστεί αυτό, ήταν από τις πιο ζόρικες, γιατί οι πρωταγωνιστές του πόνου ήταν οι γιοί μου και αυτό που έζησαν ήταν δύσκολο. Δεν ήταν απλά το τέλος και ο θάνατος, ήταν όλη η σκηνή της βίας που έζησαν. Μίας βίας όμως, που είναι μέρος της ίδιας της φύσης γιατί η φύση είναι και σκληρή εκτός από σοφή και πανέμορφη και και και…και τελικά δεν μαθαίνονται όλα με τον πιο όμορφο τρόπο…Η εκπαίδευση μπορεί να γίνει και βίαια…αλίμονο, το ξέρω καλά, μα ήλπιζα να το διδαχθούν αυτό σε πιο ώριμη ηλικία…Από την άλλη σκέφτομαι πως είναι τυχεροί που η απώλεια αφορούσε ζωάκι γιατί υπάρχουν παιδιά που χρειάζεται να μάθουν, με τον πιο σκληρό τρόπο. Χάνοντας ανθρώπους.
Τα αγόρια έμαθαν πολλά μέσα σε μια βραδιά, για τη ζωή, το εφήμερο, τις στιγμές που δεν πρέπει να πάνε χαμένες, την αγάπη που οφείλουμε να χαρίζουμε χωρίς φόβο, χωρίς εγωισμό, την επικέντρωση στο τώρα, στην ζωή, στην κάθε ευκαιρία, για το υπέροχο γενναίο ρίσκο που παίρνουν κάθε φορά που αγαπούν κάποιον, για το ότι πρέπει να ζουν ακόμη και τη στιγμή του τέλους με ολοκλήρωση και να μην φοβούνται να πουν “αντίο”, όσο κι αν πονάει…
Κι ο μικρός Τίγρης έμαθε επίσης…μόνο που εκείνος δεν θα έχει ποτέ μια ακόμη ευκαιρία…
Κλείνει εδώ μια ζωούλα μα η αγάπη μας για εκείνη δεν πήγε χαμένη κι είναι παράξενο πως η ανάρτηση με την οποία πρωτοπαρουσίασα τον Τίγρη μας, είχε αυτό ακριβώς τον τίτλο.
“Η αγάπη δεν πάει χαμένη”…όχι δεν πάει χαμένη λοιπόν κι εμείς παρόλο που πονάμε θα συνεχίσουμε να ζούμε με το ρίσκο της αγάπης στη ζωή μας.
Θα συνεχίσουμε να επενδύουμε στην αγάπη για τα ζώα και τους ανθρώπους και να μαζεύουμε αδέσποτα και να κάνουμε νέους φίλους…κι ας τους χάσουμε κι ας πονέσουμε…Η αγάπη δεν πάει χαμένη. Ποτέ!
Αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα όλων…κι αυτό ως γονείς οφείλουμε να διδάξουμε. Αν φοβάσαι τον πόνο του τέλους δεν ζεις την αγάπη στη ζωή. Δεν ζεις τη ζωή…
Η πρώτη μεγάλη απώλεια των παιδιών μου. Ακόμη ένα φιλαράκι εκεί ψηλά…Γεια σου αγοράκι μας, σ’ αγαπήσαμε πολύ…πάντα θα σ’ αγαπάμε! Είσαι δικός μας…όπου κι αν είσαι.
Αντίο Τίγρη…πελώριε, άγριε κι ακαταμάχητε…Τίγρη μας!
Ρόαρρρρρ
Κατερίνα






