…Είναι εκεί κάπου μακριά. Στις ξασπρισμένες αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων. Τότε που όλα μαζί τα ξαδέλφια μαζευόμασταν στο σπίτι της γιαγιάς και οι νοικοκυρές των σπιτιών έπλαθαν από το πρωί τα τσουρέκια. Ύστερα όλη η γειτονιά μαζεύονταν στο σπίτι της κυρά Ζήνας κι έψηνε με τη σειρά τα τσουρέκια στον ξυλόφουρνο.
Μύριζε τότε όλη η γειτονιά μαχλέπι και κακουλέ. Θυμάμαι τα γιαγιά, την θεία και τη μαμά, να κουβαλούν τα μεγάλα ταψιά με τα φρεσκοψημένα τσουρέκια και εμείς να χοροπηδάμε σαν τρελά από τον ενθουσιασμό.
Θυμάμαι την βυσσινιά στο σπίτι της γιαγιάς ανθισμένη και τις μέλισσες να βουίζουν γύρω της και θυμάμαι τα μικρά λατρεμένα μου
κατσικάκια να παίζουν τριγύρω μας και να χοροπηδούν.
Θυμάμαι όλα τα παιδιά της γειτονιάς να γινόμαστε μια παρέα, ναι θυμάμαι όλες τις παιδικές μου αγαπημένες φίλες…Την Άννα, την Νόπη, την Γιάννα, την Έφη, τη Ζήνα, τη Δέσποινα, την Γιούλη….Κοριτσάκια χαριτωμένα που λάτρευα να παίζω μαζί τους στο σοκάκια της μικρής γειτονιάς που οι αυλές ήταν ολάνθιστες, τα αμάξια λιγοστά και οι δρόμοι άδειοι.
Μα αυτό που θυμάμαι πιο νοσταλγικά ήταν τα ασπρισμένα μύγδαλα. Τα έβαζαν σε έναν μεγάλο κουβά με νερό και μόλις εκείνα μούλιαζαν έβγαζαν τη φλούδα τους για να στολίσουν με αυτά τα τσουρέκια. Αυτή ήταν θυμάμαι η αγαπημένη μου δουλειά. Να καθαρίζω τα μύγδαλα…Ένα στο στόμα, ένα στο πιάτο!
Αυτό θυμήθηκα χθες καθώς καθάριζα τα μύγδαλα για να στολίσω τα δικά μας τσουρέκια. Δεν υπήρχε τίποτε από την ευδαιμονία εκείνης της εποχής ή εκείνης της ανάμνησης…Αντίθετα υπήρχε μια συνεχής ατελείωτη αίσθηση κούρασης κι ένα μόνιμο άγχος…να προλάβω, να προλάβω, να προλάβω….
Τα μάτια μου άρχισαν να τσούζουν…γιατί ξέρω πως δεν θα προλάβω ποτέ, ούτε κανείς τελικά θα νοιαστεί αν προλάβω ή όχι. Πως το Πάσχα της καρδιάς μου δεν υπάρχει πια. Πως ο μόνος που υπάρχει εκεί έξω για να φροντίσει εκείνη την ανάμνηση κι εκείνη την ανάγκη για χαρά κι ηρεμία…είμαι εγώ!
Εγώ και κανείς άλλος…και νιώθω, πως όλα εκείνα θολώνουν και σβήνουν και μένουν σκιές και μνήμες που πονάνε και τσούζουν τα μάτια…
Τα παιδιά μου δεν θα μυρίσουν ποτέ εκείνη την υπέροχη μυρωδιά να απλώνεται από άκρη σε άκρη σε όλη τη γειτονιά…Δεν θα νιώσουν την ζέστη να πυρώνει τον τοίχο του ξυλόφουρνου της κυρά Ζήνας, ούτε και θα γνωρίσουν την γιαγιά Κατιρίνου, την γιαγιά μου, με την ποδιά στη μέση, το μαντήλι στο κεφάλι και το λικνιστό περπάτημα!
Δεν θα παίξουν τα μήλα στον χωματόδρομο μπροστά στο σπίτι, ούτε κυνηγητό με τα κατσικάκια στην αυλή, ούτε θα συνοδέψουν χορεύοντας και χοροπηδώντας τα ταψιά με τα τσουρέκια στον ξυλόφουρνο μαζί με όλη τη γειτονιά! Τι κρίμα…
Τώρα οι δικές τους αναμνήσεις χτίζονται αλλιώς…
Στο πάρκο με φίλους, στο σπίτι με παρέες αγοριών και με τα μικρά ξαδέρφια τους, στον Επιτάφιο με τα φαναράκια παρέα με όλους τους συμμαθητές, στο επεισοδιακό βάψιμο των αυγών πάντα με παρέα, στο να πλάθουμε πασχαλινά κουλουράκια “με τα δυο χεράκια” που πια κοροϊδεύουν, στην μετάληψη στην ψηλή εκκλησία που παντρεύτηκαν η μαμά κι ο μπαμπάς τους, στην θρυλική μπουγάτσα Σάββατο πρωί μετά την μεταλαβή, στην Ανάσταση με τα ξαδέρφια και στη μαγειρίτσα που περιμένουν με λαχτάρα, στο λαγό που το Πάσχα τους αφήνει δώρα και σοκολατένια αυγουλάκια στην αυλή κάτω από τον κέδρο, ακόμη και τώρα που δεν υπάρχει λαγός κι αυτοί είναι ολόκληρα γαϊδούρια…στην ημέρα του Πάσχα που ξυπνούν νωρίς κι εξαφανίζονται με τα ποδήλατα στη θεία τους…κι εγώ μαζεύω αργιολούλουδα από τους αγρούς για να στολίσω το πασχαλινό μας τραπέζι και μνημονεύω…πίνοντας τον καφέ μου, πριν αρχίσει ο γιορταστικός χαμός…
Δεν ξέρω αν αυτά είναι για εκείνους σημαντικά ή τι θα θυμούνται. Δεν ξέρω αν θα τα θυμούνται με τον ίδιο πόνο, που κρατώ εγώ τις δικές μου παιδικές αναμνήσεις.
Δεν ξέρω αν οι μέρες τους είναι υπέροχα αβίαστες, όπως ήταν τότε οι δικές μου…
Δεν ξέρω αν θα θυμούνται την μαμά και τον μπαμπά, μόνιμα αγχωμένους, πιεσμένους, κουρασμένους κι αλλού…
Δεν ξέρω τι θα είναι πιο δυνατό από αυτά που ζουν, ποιες θα είναι τελικά οι εικόνες που θα καταγραφούν μέσα τους.
Ελπίζω μόνο…Ελπίζω να θυμούνται ότι αξίζει…κι αυτό που αξίζει δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό που κάνει την καρδιά, να κάνει “τακ” με μια μυρωδιά, μια εικόνα, έναν ήχο που θα τους θυμίζει για πάντα εκείνο…το Πάσχα της καρδιάς τους….
Μεγάλη Παρασκευή σήμερα. Η πιο όμορφη Παρασκευή του χρόνου. Μια υπέροχα πένθιμη ημέρα. Γεμάτη εσωτερικότητα και σιωπή.
Καλή Ανάσταση και Καλό Πάσχα αγαπημένοι…Εύχομαι μέσα από την καρδιά μου υγεία και αγαλλίαση στις ψυχές όλων…κι εύχομαι εκείνο το μαγικό ξέγνοιαστο Πάσχα να έρθει για όλο τον κόσμο και να έρθει ξανά και για εμένα έτσι ακριβώς όπως το θυμάμαι. Σαν το ηλιόλουστο, παιδικό Πάσχα της καρδιάς μου…
Κατερινα