Ημέρα των φίλων σήμερα και με μεγάλη μου χαρά σας συστήνω την φίλη μου την Μαρία.
Με τη Μαρία γνωριστήκαμε χρόνια πριν. Μικρές και άγουρες ακόμη. Υπήρξαμε συνοδοιπόροι και συνάδελφοι για μια περίοδο της ζωής μας στην Θ. Κ. ΙΘΑΚΗ. Έπειτα εκείνη τράβηξε μακριά, σε άλλα ταξίδια κι η επαγγελματική μας σχέση σταμάτησε εκεί.
Όμως γεννήθηκε μια φιλία σπουδαία, που έχει αντέξει στο χρόνο και τις αποστάσεις.
Η Μαρία ταξίδεψε στον κόσμο κι επέστρεψε. Μένουμε πια κοντά και τα παιδιά μας είναι φίλοι. Με την πρώτη ευκαιρία βρισκόμαστε για ψιλή κουβέντα, άλλοτε μόνες κι άλλοτε, δήθεν για να …”παίξουν τα παιδιά” και μοιραζόμαστε καφέδες, μπύρες, συζητήσεις κι αναλύσεις….
Είναι εξαιρετικά ήρεμη και γλυκιά μαμά και ξέρει να φροντίζει στα δύσκολα…Σημαντική στη δουλειά της. Τέλεια συνομιλήτρια.
Γράφει υπέροχα, μιλάει τρυφερά και η αγαπημένη μου ατάκα σε εκείνη είναι όταν προσφέρει τον εαυτό της σε ξένα παιδιά που είναι στεναχωρημένα ή τρομαγμένα ψάχνοντας τη μαμά τους (συνήθως στα πάρτι)…”Δεν είμαι η μαμά σου, αλλά είμαι κι εγώ μαμά.Θέλεις να έρθεις στην αγκαλιά μου;”
Δεν έχει υπάρξει παιδί που να πει όχι κι έχω βρει κάμποσες φορές το γιο μου καρφιτσωμένο πάνω της μετά από αυτή την ατάκα…Είπαμε. Το Μαράκι μου ξέρει να φροντίζει!
Σας αφήνω να την απολαύσετε….
Στη ζωή μου υπήρξα τυχερή
Θα ήθελα να μιλήσω για οτιδήποτε με κάνει να αισθάνομαι «τυχερή»! Να εξηγήσω πως τύχη για μένα δεν είναι οτιδήποτε σου χαρίζεται αλλά οτιδήποτε ποθητό έχεις την δυνατότητα να καταφέρεις να κερδίσεις. Στην ζωή μου υπήρξα τυχερή! Ή για να ακριβολογούμε μία αφήγηση της ιστορίας της ζωή μου που συχνά επιλέγω, είναι ότι είμαι τυχερή (σε άλλες πιο σκοτεινές περιόδους έχω πιο «μαύρες» αφηγήσεις!). Είχα πολλές, διάφορες και έντονες εμπειρίες, ένιωσα απίστευτη χαρά, ικανοποίηση, λύπη, πόνο, θλίψη, θυμό, απογοήτευση ….όμως με τίποτα συνήθως δεν επιλέγω να πω ότι υπήρξα άτυχη.
Αισθάνομαι απίστευτη ευγνωμοσύνη για πολλά και πολλούς στην ζωή μου. Σήμερα θα ήθελα να μιλήσω για την τύχη μου να συναντήσω τρεις άξιους «δασκάλους» απ’ αυτούς που εύχομαι «να αυξάνονται και να πληθύνονται». Ήταν καθηγητές μου στο γυμνάσιο. Δύο φιλόλογοι και ένας μαθηματικός το 1983-85. Ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου έχει ο κ. Χ. (δεν είμαι σίγουρη αν μπορώ να αναφέρω το όνομα του) ο φιλόλογος μου. Οι τρεις τους λειτουργούσαν ως μοχλός , ως κινητήριος δύναμη όμως ο τελευταίος δημιουργούσε το κλίμα και ήταν ο εμπνευστής. Τι το ξεχωριστό έκαναν; Μου έμαθαν πολλά και δύσκολα (σε μένα και σε άλλα παιδιά). Βασικότερο όλων ότι ο σεβασμός είναι δικαίωμα και όχι μόνο απλά υποχρέωση ή προνόμιο και ότι η ζωή μας είναι στα χέρια μας.
Ο κ. Χ. ήταν απλός, ανθρώπινος, προσιτός, τρυφερός αλλά και αυστηρός, σίγουρος για τις αξίες του αλλά και αδύναμος στις δυσκολίες του. Μιλούσε πολύ, γελούσε δυνατά, έμενε σιωπηλός όταν σκεφτόταν ή άκουγε, σε κοιτούσε πάντα στα μάτια, φώναζε απίστευτα όταν θύμωνε, αγκάλιαζε σφιχτά όταν χαιρόταν και δεν δίσταζε να δείξει τα δάκρυα του όταν συγκινούνταν. Τον είδα να διδάσκει με τις πράξεις του και όχι μόνο με τα λόγια του. Τον ένιωσα να διδάσκει μαθήματα ζωής και όχι μόνο μαθήματα σχολείου. Κατάφερε να φτιάξει μια τάξη ενωμένη, δυνατή, εκφραστική και με στενές σχέσεις μεταξύ των παιδιών. Από ένα σημείο και μετά ήταν τόσο καταλυτική η επίδραση του (μαζί με των άλλων δύο) που τίποτα δεν κατάφερνε να αλλάξει το κλίμα της τάξης άσχετα από το ποιος καθηγητής δίδασκε.
Είδα λοιπόν στο γυμνάσιο (μαζί και με άλλα παιδιά) να με σέβονται, να μου μιλούν με αναγνώριση, με αποδοχή, με ενδιαφέρον, με περιέργεια και με αγάπη. Ένιωσα πως ήμουν σημαντική. Όχι κάτι το φοβερό ή το ιδιαίτερο. Όχι μ’ αυτήν την έννοια. Αυτό ήταν ακριβώς και το ανακουφιστικό. Μέχρι τότε θεωρούσα πως για να είμαι σημαντική, αξιοσέβαστη και άξια θα έπρεπε να είμαι τέλεια. Τέλεια μαθήτρια, τέλειο παιδί, τέλεια φίλη, τέλειος άνθρωπος. Σε κάθε άλλη περίπτωση οι γύρω μου είχαν δικαίωμα να μην με σέβονται ή εν πάση περιπτώσει εγώ δεν είχα δικαίωμα να απαιτώ σεβασμό. Οι τρεις τους και ειδικά ο κ. Χ. μου έμαθαν ότι αξίζω με τα λάθη μου και τις αδυναμίες μου. Μου έδειξαν πως τίποτα δεν είναι τέλειο και όμως όλα έχουν την αξία τους.
Για να το καταλάβουμε αυτό μας έβγαλαν από την τάξη (και πραγματικά και συμβολικά), μας πήγαν στην φύση για να διαβάσουμε ποίηση και να συζητήσουμε. Μας ζήτησαν να μυρίσουμε, να ακούσουμε, να νιώσουμε, να αφουγκραστούμε την φύση και να λατρέψουμε κάθε της «αξία» ακόμη και την λάσπη που μας λερώνει και την πρασινάδα στα ρούχα μας και τις φωνές των πουλιών που μας τρυπούν τα αυτιά και τα ζουζούνια που μας φοβίζουν.
Μας έβαλαν να ακούσουμε (για αρκετούς από εμάς για πρώτη φορά) κλασσική μουσική και μας ζήτησαν να την νιώσουμε και ας μην την καταλαβαίνουμε και ας μην την ξέρουμε «ακούστε την , μην βιάζεστε να την κρίνετε, αφεθείτε και νιώστε..» αυτές ήταν οι οδηγίες.
Μας πήγαν στο θέατρο (και πάλι για πρώτη φορά για πολλούς από εμάς). Όχι σε παιδικό θέατρο. Σε θέατρο για μεγάλους. «Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα». Θυμάμαι πως ακόμη και οι πιο ατίθασοι συμμαθητές μου είχαν μείνει άφωνοι από αυτήν την εμπειρία. Τώρα πια αντιλαμβάνομαι πως δεν είχε να κάνει μόνο με την καταλυτική επίδραση του θεάτρου αλλά συνολικά με όλη την εμπειρία. Πρώτη φορά τέτοιου είδους εκδρομή, πρώτη φορά επέτρεπαν να χαθεί το μάθημα χωρίς να είναι υποχρεωμένοι (σχολείο, καθηγητές, γονείς), πρώτη φορά πίστευαν ότι «δεν θα τους κάνουμε ρεζίλη» και ότι θα φανούμε αντάξιοι του χώρου και της διαδικασίας (γιατί παρακολουθήσαμε μια κανονική παράσταση με θεατές και όχι μια παράσταση για μαθητές), πρώτη φορά μας έδωσαν το δικαίωμα της επιλογής, δηλαδή ότι δεν θα ήμασταν υποχρεωμένοι να καθίσουμε μέχρι το τέλος, όποιος ήθελε μπορούσε να βγει αλλά όχι και να μπαινοβγαίνει και τέλος πρώτη φορά ακολούθησε συζήτηση για το τι και για το πώς.
Μας πήγαν επίσης επίσκεψη στο ψυχιατρείο. Πρώτη φορά γυμνάσιο βρισκόταν σε έναν τέτοιον χώρο. Τι να πρωτοπώ. Βρεθήκαμε στην πηγή της «ατέλειας». Πήγαμε εκεί όπου ο σεβασμός και η αγάπη δοκιμάζονται στο έπακρο. Γνωρίσαμε ανθρώπους εγκαταλελειμμένος, ανθρώπους μόνους , ανθρώπους που έχουν βιώσει την απαξίωση , την υποτίμηση και την κακοποίηση, ανθρώπους με ελάχιστο αυτοσεβασμό και κληθήκαμε από τον «δάσκαλο» μας να βρούμε μία αξία τους, άξια σεβασμού. Κληθήκαμε να σταθούμε σ’ αυτήν την επίσκεψη με ενδιαφέρον, περιέργεια για γνωριμία και σεβασμό στον πόνο! Όχι με λύπη, όχι με υποτίμηση όχι με απαξίωση.
Μετά απ’ αυτή μου την εμπειρία άλλαξε η σχέση μου με τον πόνο! Για να μην πω ότι καθορίστηκε η μελλοντική μου επαγγελματική επιλογή!!!
Ο κ. Χ. ήταν εκπληκτικός οδηγός στις συζητήσεις . Θερμός στις απόψεις του, ανοιχτός στις απόψεις των άλλων. Δεν ζητούσε απλά τον αντίλογο, διψούσε για αντίλογο. Έτσι λοιπόν μας «πήγαινε» σε διάφορα μονοπάτια αναζητήσεων. Μιλούσαμε για την ελευθερία, για την αγάπη, για τις σχέσεις, για τις δυσκολίες, για τις αξίες κ.α πολλά. «Ταξίδια» συζητήσεων τα ονομάζω εγώ.
Ένα «ταξίδι» ήταν και η θεατρική ομάδα μας. Είτε παίζαμε σ’ αυτή είτε όχι, συμμετείχαμε όλοι ο καθένας με τον τρόπο του. Τι εκπληκτικά συναισθήματα βιώθηκαν τότε. Τι μαθήματα ζωής. Άγχος, αγωνία, κούραση, θυμός, χαρά, υπερένταση, αισιοδοξία … όλα μαζί και το καθένα ξεχωριστά. Μάθαμε πως για να φτιάξεις, να πετύχεις στον σκοπό σου χρειάζεσαι υπομονή, επιμονή και κυρίως ελπίδα και αισιοδοξία. Μάθαμε πως ο καθένας από τον πρωταγωνιστή έως και αυτόν που μοιράζει τα φυλλάδια είναι σημαντικός και αξίζει γι’ αυτό που κάνει. Μάθαμε πως κάποιος μεταμορφώνεται και κατακτά πράγματα όταν το θέλει πάρα πολύ. Μάθαμε πόσο σημαντική είναι η υποστήριξη και η ενίσχυση από τους γύρω όταν υπάρχουν δυσκολίες. Μάθαμε πως αξίζουμε για όσα μπορούμε και καταφέρνουμε ακόμη κι αν σε άλλα αποτυγχάνουμε και δεν είμαστε καλοί. Μάθαμε να μας αγαπάμε γι’ αυτό που είμαστε και όχι γι’ αυτό που θα έπρεπε να είμαστε.
Μάθαμε πολλά. Και κυρίως τα μάθαμε για πάντα. Έμειναν στην ψυχή μας ως θησαυροί και είναι στο χέρι μας όποτε θέλουμε να ανοίγουμε το μπαούλο της ψυχής και να παίρνουμε ό,τι μας χρειάζεται. Είναι από εκείνα τα μαθήματα που δεν κινδυνεύει η μνήμη να σε προδώσει και να τα ξεχάσεις γιατί κρατιούνται ζωντανά από τα έντονα συναισθήματα με τα οποία βιώθηκαν.
Θα μπορούσα να απαριθμήσω πολλές ακόμη εμπειρίες εκείνης της εποχής που υπήρξαν μόνο και μόνο λόγω της παρουσίας αυτών των «δασκάλων». Αυτό είναι τύχη. Εκείνη την εποχή, με εκείνα τα εκπαιδευτικά δεδομένα, σε εκείνα τα μέρη της Θεσσαλονίκης, να σου τύχουν τέτοιοι φωτισμένοι άνθρωποι για καθηγητές. Ήταν ό,τι έπρεπε! Ό,τι χρειαζόμασταν , ό,τι μας έλλειπε για να ισορροπηθεί η αναζήτηση, το βάρος, οι ελλείψεις και οι δυσκολίες της εφηβείας.
Κάποιοι, ευτυχώς πολλοί από εκείνη την γενιά εκμεταλλεύτηκαν την τύχη τους όπως και εγώ και ακόμη και σήμερα πολλά από τα αποθέματα που χρησιμοποιούμε προέρχονται από εκείνη την εποχή από εκείνο το μπαούλο θησαυρών που κρατήσαμε προσεκτικά μέσα μας.
Πριν από έξι χρόνια είχα δηλώσει την μεγάλη μου κόρη στην κλήρωση που θα γινόταν για την εισαγωγή μαθητών στο πειραματικό δημοτικό σχολείο Θεσσαλονίκης. Δυστυχώς είχαμε την ατυχία να μην κληρωθεί το όνομα της και επομένως να μην φοιτήσει στο πειραματικό. Ευτυχώς όμως που προσπαθήσαμε γιατί έτσι είχα την τύχη να ξανασυναντήσω τον κ. Χ. ως διευθυντή πια. Δεν άργησα να τον αναγνωρίσω. Είκοσι χρόνια μετά, φαινόταν ελάχιστα γερασμένος και απέπνεε την ίδια δυναμικότητα, την ίδια σιγουριά, τον ίδιο σεβασμό και είχε την ίδια φλόγα στα μάτια.
Χάρηκα απίστευτα! Τίποτα δεν μπορούσε να μειώσει την χαρά μου, ούτε καν το αποτέλεσμα της κλήρωσης που δεν είχε το όνομα της κόρης μου. Μόλις έφυγε ο κόσμος έτρεξα να τον βρω. Δεν ήξερα τι να του πρωτοπώ. Του είπα πια είμαι και μετά σταμάτησα γιατί ένιωθα την συγκίνηση να με πνίγει. Είδα τα μάτια του να συγκινούνται το ίδιο με τα δικά μου. Δεν κατάλαβα αν με θυμήθηκε. Μου έπιασε το χέρι και με κοιτούσε σιωπηλά, με τρυφερότητα, χαμογελώντας απαλά. Αυτό κράτησε κάποια δευτερόλεπτα (φαντάζομαι!) αλλά εγώ τα ένιωσα ως ώρα. Σκεφτόμουν χίλια πράγματα να του πω. Άλλα τόσα να ρωτήσω κι όμως καθόμουν σιωπηλή. Τελικά του είπα «ευχαριστώ που υπήρξες στην ζωή μου (ξέχασα να αναφέρω πως μας είχε ζητήσει να μιλάμε στον ενικό!). Ήσουν πολύ σημαντικός για όσα ακολούθησαν και γι’ αυτό που είμαι. Ευχαριστώ».
Ακόμη και τώρα απορώ που τελικά του είπα μόνο τόσα λίγα. Ήταν όμως τα πιο σημαντικά που ήθελα να ξέρει. Μου χαμογέλασε και από τα μάτια του και το πρόσωπο του κατάλαβα ότι χαιρόταν πολύ γι’ αυτό που άκουγε.
Καλή συνέχεια,
Μαρία Κυριακίδου



