Το ταξίδι έχει αρχίσει. Τραγουδάμε, τρώμε σάντουιτς και γελάμε με τη χαρά που θα κάνουν η γιαγιά κι ο παππούς μόλις μας δουν. Κάνουμε υπολογισμούς. Σε τόση ώρα εδώ, σε τόσα χιλιόμετρα εκεί….Είναι 14.30 περίπου το μεσημέρι και μόλις έχουμε περάσει τη Nis στη Σερβία. Ξαφνικά πάνω από τα τραγούδια ακούγεται η φωνή του Πα, που με ρωτάει “μυρίζεις τίποτα;” “Σαν τι;”, ρωτάω…πριν προλάβει να μου απαντήσει ακούω τη φωνή του να λέει δυνατά, “ΦΩΤΙΑ”…Κουφάθηκα…Φωτιά;;;;
Βρισκόμαστε στη μέση του πουθενά και ξαφνικά βλέπουμε τον καπνό να βγαίνει από το καπό και ο Άγγελος ξαφνικά δίνει το σύνθημα “θα ανατιναχτεί το αμάξιιιιιι!!!” (αχ αυτές οι ταινίες) οπότε ακολουθεί κομφούζιο καθώς τα παιδιά αρχίζουν να φωνάζουν. Ξαφνικά μέσα σε δευτερόλεπτα, εκεί στη μέση του πουθενά εμφανίζεται ένα βενζινάδικο και ο Πα στρίβει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Βγαίνει από το αμάξι με ρυθμούς Super ήρωα και ανοίγει το καπό. Ξεπηδούν φλόγες. Φρικάρω με την εικόνα κι ακούω τα παιδιά να τσιρίζουν και τον Πα να φωνάζει “ΤΟΝ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΑ. ΦΕΡΕ ΤΟΝ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΡΑ”. Αντιθέτως ορμάω έξω και ανοίγω την πόρτα των παιδιών και ξαφνικά ο μεγάλος σαν αγρίμι από το φόβο, σκαρφαλώνοντας πάνω από τον μικρό πηδάει στην κυριολεξία έξω από το αμάξι κι όπου φύγει, φύγει. Αυτό είναι…του φευγάτου η μάνα ποτέ δεν έκλαψε! Ο μικρός πάει κι αυτός να πηδήξει με τις κάλτσες σε μια λίμνη από νερά φωνάζοντας “δεν θέλω να πεθάνω τόσο μικρόοοοοος”. Drama queen δικό μου παιδί αυτό. Σταματάω τον πανικόβλητο Γιώργο από το να πηδήξει στα νερά ξυπόλητος, βουτώντας τον στην αγκαλιά μου κι ενώ του φοράω σε μιαν άκρη τα παπούτσια, βλέπω τον Άγγελο που τρέχει, τρέχει και τρέχει όσο μπορεί πιο μακριά…Τόσα χρόνια ποδοσφαίρου τελικά έπιασαν τόπο!
Ο Πα ουρλιάζει για τον πυροσβεστήρα και μετά τρέχει μόνος του ανοίγει το πορτ παγκαζ σκαρφαλώνει πάνω στις βαλίτσες, δεν τον βρίσκει και αρχίζει να πετάει έξω τις άλλοτε αλφαδιασμένες τακτοποιημένες βαλίτσες για να βρει τον πυροσβεστήρα. Τον βρίσκει και τον αδειάζει στη μηχανή. Ο μικρός συνεχίζει να κλαίει “Φοβάμαιιιιι. Θέλω τη γιαγιά τη θέλω, θέλω να πάω στη γιαγιάαααα”, ο Άγγελος ψάχνει τουαλέτα τρέχοντας πάνω κάτω (ακόμη τρέχει) και προσπαθώ να καθησυχάσω και τους δύο που είναι βέβαιοι πως το αμάξι μας θα εκραγεί και να τους πείσω να φορέσουν τα μπουφάν τους γιατί κάνει διαβολεμένο κρύο. Έχουν περάσει ίσως είκοσι δευτερόλεπτα, όχι παραπάνω!
Ο Πα αφού έχει αδειάσει τον πυροσβεστήρα συνεχίζει να ουρλιάζει “WATER WATER”, στον υπάλληλο του βενζινάδικου που μας κοιτάζει σαν εξωτικά πλάσματα! Κινείται νωχελικά και δεν κάνει τον κόπο να φέρει νερό, παρά μπαίνει ξανά στο βενζινάδικο, κουκουλωμένος με το μπουφάν του, είπαμε, είχε διαολόκρυο! Ορμάω προς το βενζινάδικο και βουτάω τον κουβά με το νερό που έχουν για να καθαρίζουν τα παρ μπριζ. Έχει μέσα μαύρο βρωμερό νερό και τρέχοντας με ταχύτητα φωτός το αδειάζω με δύναμη πάνω στη μηχανή που βγάζει καπνούς. Δίπλα είναι ο Πα και τον πήραν τα βόλια… Με κοιτά με φρίκη! εεε sorry…
Η φλόγα έσβησε μα βγαίνουν καπνοί μαύροι από την μηχανή και από τον Πα που κάνει σαν ταύρος αφηνιασμένος. Προσπαθεί να βρει το τηλέφωνο του και μετά μέσα στο αμάξι, το τιμωρεί κοπανώντας το πάνω στο τιμόνι γιατί τέλειωσε η μπαταρία του. Θέλει να επικοινωνήσει με την ασφάλεια του αμαξιού και του λέω “χαλάρωσε πάρε το δικό μου τηλέφωνο”. Μετά από λίγο σώζω τελευταία στιγμή και το δικό μου τηλέφωνο από βέβαιη καταστροφή γιατί δεν έχει roming….ουπςςς το ξέχασα, ξανά sorry.
Τα παιδιά κλαίνε κι είναι σε πραγματικό πανικό, ο Πα φωνάζει πως κάηκε το δυναμό κι έκοψε τον ιμάντα…(μετάφραση παρακαλώ…) χώνει τα χέρια του (τι κάνεις;;;) στη μηχανή και βγάζει τον κομμένο ιμάντα και κοπανάει ότι βρει…με τον ιμάντα, εγώ προσπαθώ να καταλάβω τι έγινε…
Είμαστε στη Σερβία, στην μέση του πουθενά και δεν έχουμε αμάξι…Ποιος θα μας βοηθήσει; Καταπνίγω την παρόρμηση να τηλεφωνήσω στον μπαμπά μου για να μας σώσει… καταπολεμώντας πια αυτή την κοριτσίστικη αίσθηση πως ο μπαμπάς θα τα τακτοποιήσει όλα. Ο Πα με κατάλαβε, “μην τυχόν και τηλεφωνήσεις σε κανέναν και τον αγχώσεις!” μου λέει σε μια αναλαμπή φυσιολογικότητας.
Κοιταζόμαστε και μαζί κοιτάζουμε τη μηχανή που βρωμάει φριχτά και βγάζει μαύρους καπνούς. Από δίπλα η φωνή των δύο μικρών (που αφού βεβαιώθηκαν πως δεν θα καούμε) αποφάσισαν να κλάψουν γιατί “τώρα πως θα πάμε στη Γερμανίααααααα;” Όλα τα πράγματα μας είναι πεταμένα στο δρόμο. Πρέπει να είμασταν απίθανο θέαμα!
Ξαφνικά μέσα στο πανδαιμόνιο και το απόλυτο πουθενά σκάει μύτη ένας τύπος. Χαριτωμένος στρουμπουλός, αξύριστος. Φοράει μια μπλε φόρμα, χοντρό μπουφάν και σκούφο. Μπαίνει ανάμεσα μας και κοιτάζουμε την μηχανή κι οι τρεις, με μεγάλο ενδιαφέρον. Κάνει ένα αργόσυρτο χμμμμμ και μετά σε άπταιστα Σέρβικα εκείνος και Ελληνικά εμείς μας εξηγεί κι ήταν ειλικρινά…σαν να μιλούσαμε την ίδια γλώσσα, μας εξηγεί λοιπόν πως ο ίδιος επισκευάζει αμάξια κι έτυχε να είναι εκεί(έτυχε;;;) και πως σε δέκα λεπτά μπορεί να φέρει έναν συνεργάτη (από που θα τον φέρει εδώ στην ερημιά;) για να μας ενημερώσουν για τη ζημιά, την επισκευή και το κόστος. Πλάκα μας κάνεις;
Βρεθήκαμε λοιπόν να περιμένουμε μέσα στο καφέ του βενζινάδικου, γιατί ναι! το βενζινάδικο είχε καφέ και ένα μικρό εστιατόριο και δεν χρειαζόταν να περιμένουμε με τα παιδιά, στο κρύο. Μέσα σε δέκα λεπτά πράγματι ήρθε, με έναν άλλο παλαβό τύπο και με γέλια και χαρές μας ανακοίνωσαν να μην φοβηθούμε καθόλου και αυτός θα πάει στη Nis 30 χιλιόμετρα μακριά, θα προσπαθήσει να βρει καινούριο δυναμό και ανταλλακτικά και τα πάντα και θα γυρίσει άλλα 30 χιλιόμετρα για να μας φτιάξουν το αμάξι και αύριο θα είμαστε Γερμανία!
Με τον Πα αποφασίσαμε πως είτε εκείνοι είναι μάλλον θεοπάλαβοι ή εμείς απίθανα τυχεροί…Τι επιλογή είχαμε;
Περιμέναμε και περιμέναμε και περιμέναμε και μετά από μιάμιση ώρα αναμονής αρχίσαμε να ανησυχούμε σοβαρά και αρχίσαμε να ψαχνόμαστε πάλι με τα τηλέφωνά και ξάφνου, εμφανίστηκε ο τύπος τρισευτυχισμένος με τα ανταλλακτικά παραμάσχαλα…Τι χαρά! Τι απίθανη χαρά ήταν αυτή. Όλοι μαζί φωνάξαμε “ΉΡΘΕ!!!!!!” και τα παιδιά άρχισαν να χοροπηδάνε!
Και μετά από 4 ώρες καθυστέρηση, αφού ήπιαμε καφέδες και σοκολάτες και διαβάσαμε και παίξαμε και μπήκαμε στο ίντερνετ με την keep the faith ανάρτηση διαβάζοντας ενημερώσεις στο fcb, χωρίς όμως να δώσουμε καμία αναφορά για να μην αγχώσουμε κανέναν…και αφού σκυλοβαρεθήκαμε περιμένοντας
κι αφού ο Πα τους τάισε την πάστα φλώρα που μας έδωσε η φίλη μας η Βίκη για το ταξίδι…(να ‘σαι καλά γλυκιά μου, προλάβαμε και την δοκιμάσαμε κι εμείς τέλεια Βικάκι, έπιασε τόπο με το παραπάνω!!!) και μετά από πολλά γέλια και χτυπήματα στην πλάτη και πολλά καθησυχαστικά “nema problem bre…”, το αμάξι ήταν έτοιμο. Στα καλά καθούμενα βγάζει κι έναν ηλεκτρονικό εγκέφαλο(συνεχίζεις να μας κάνεις πλάκα!!!!) και κάνει έλεγχο σε όλη τη μηχανή που δουλεύει πια ρολόι και ακούγοντας τον ρυθμικό της ήχο, μας λέει με χαρά και μάτια λαμπερά “voum voum voum goooood bre, aide Deutschland!”.
Δώσαμε τα χέρια, χτυπήσαμε πλάτες, χαρίσαμε χαμόγελα ανακούφισης κι ευτυχίας. Τα παιδιά πήδηξαν με ενθουσιασμό στις θέσεις τους και φεύγοντας τον ρωτάω πως τον λένε… “Christas bre”, μου απαντάει…” Christas, ama Christ-os” τονίζοντας το “ός”…Έμεινα για λίγο άφωνη και μετά του φώναξαμε κι οι δυο “Ευχαριστούμε Χρήστο!!!!” κι εκείνος σηκώνοντας ψηλά το χέρι σε ένα χαιρετισμό, φώναξε σε άπταιστα Ελληνικά “efkaristo, parakalooooooo, aide breeee!!!”….και καθώς το αμάξι ξεμάκρυνε χάθηκε από τα μάτια μας.
Ευτυχώς πήραμε την κάρτα του και ξέρω πως είναι αληθινός, γιατί είναι σαν να τον ονειρεύτηκα!
Τέσσερις ώρες καθυστέρηση, κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι, 300 ευρώ ελαφρύτεροι, μα τυχεροί και χαρούμενοι, απίστευτα, απίστευτα χαρούμενοι!
Στην μέση του απόλυτου τίποτε, με την πιο κοντινή πόλη στα 30 χιλιόμετρα, τα πρώτα δευτερόλεπτα που ξεπήδησαν οι φλόγες, σταμάτησε το δάσος κι εμφανίστηκε μπροστά μας ένα βενζινάδικο. Και μετά από λίγο τα θαύματα συνεχίζονται και καταφέρνουμε και σβήνουμε τη φωτιά οι δυο μας στην κυριολεξία μέσα σε δευτερόλεπτα. Η ζημιά φαίνεται περιορισμένη αλλά το αμάξι δεν πάει πια πουθενά και ενώ είμαστε σε απόγνωση σε λίγα λεπτά, εμφανίζεται ένας τύπος και αναλαμβάνει όλη τη δουλειά ενώ εγώ με τα παιδιά αράζουμε στο ζεστό καφέ!!! και σε λίγες ώρες ταξιδεύουμε και πάλι…και όχι μόνο αυτό μα ο τύπος αυτός ο θαυματουργός δεν μιλά Ελληνικά ή οποιαδήποτε άλλη γλώσσα εκτός από Σέρβικα, εμείς δεν μιλάμε Σέρβικα κι όμως η συνεννόηση είναι απλά τέλεια! Τέλεια!!! και βέβαια το κερασάκι στην τούρτα ο τύπος έχει το όνομα “Χρήστος”….το όνομα των Χριστουγέννων!
Τώρα αν όλα αυτά είναι τυχαία δεν ξέρω!
Εγώ θέλω να δηλώσω πως ήταν μια απίθανα αστεία πια και ουσιαστική εμπειρία!
Το ταξίδι συνεχίστηκε σε κλίμα μεγάλης ευφορίας και ενθουσιασμού. Γελάσαμε πολύ με τα καμώματα μας και κοροϊδεύαμε ο ένας τον άλλο. Κουραστήκαμε πολύ περισσότερο για να μπορέσουμε να αναπληρώσουμε τον χαμένο χρόνο, οδηγώντας μέσα στη νύχτα…χάσαμε και την ζεστή goulash στην Ουγγαρία γιατί φτάσαμε στη μία το ξημέρωμα στο ξενοδοχείο διανυκτέρευσης. Πεινάσαμε, εγώ αρρώστησα και άρχισε να πονά ο λαιμός και τα αυτιά μου σαν πεντάχρονο και να έχω δέκατα. Φτάνοντας στην Γερμανία πια, φάγαμε δυο ξεγυρισμένα μποτιλιαρίσματα 30 λεπτά το ένα 60 χιλιόμετρα μακριά από τον προορισμό μας και στο δεύτερο μποτιλιάρισμα πάνω από 40 λεπτά απόλυτα σταματημένοι μέσα στο απόλυτο νυχτερινό κομφούζιο της autobahn, μόλις 2,5 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι…Αυτό το τελευταίο μας αποτελείωσε….
Όμως ήταν ένα ταξίδι που άρχισε με θαύματα…και δεν παραπονέθηκε κανείς μας.
Οι δρόμοι υπέροχα ανοιχτοί, τα δάση υπέροχα λευκά και η ατμόσφαιρα υπέροχα, Χριστουγεννιάτικη.
Ξάπλωσα στο κρεββάτι μετά από ένα καυτό μπάνιο και την ζεστή γιουβαρλόσουπα της μαμάς μου και ψιθύρισα….”Ευχαριστώ Crista! Όποιος κι ας είσαι, όποιος κι αν σε έστειλε…” και κοιμήθηκα τρισευτυχισμένη που ήμασταν επιτέλους σπίτι, όλοι ασφαλείς κι επιτέλους αρχίζουν τα Χριστούγεννααααα!
Φιλιά αγαπημένοι!!!! Γέμισαν ήδη τα μάτια με εικόνες…Do you believe?
Κατερίνα







