Εκείνη την ηλιόλουστη μέρα έτρεχαν όλα μαζί στα χωράφια. Σκαρφάλωναν στα δέντρα. Κρέμονταν από τα κλαδιά και έπαιζαν κυνηγητό. Μετά μάλωναν, θύμωναν, έτρεχαν να κρυφτούν, να πουν τα παράπονα στις μανάδες τους και μετά πάλι ορμούσαν στο παιχνίδι.
Πολεμιστές, πρίγκιπες και νεράιδες…όλα μαζί τα μικρά μας ξωτικά που μεγαλώνουν και μεγαλώνουν, μα σαν βρίσκονται είναι πάντα παιδιά…όπως είμαστε κι εμείς σαν βρισκόμαστε με τα ξαδέρφια μας…Πάντα παιδιά!
Οι γιαγιάδες έτρεχαν να μας ταΐσουν κι οι μανάδες να μας αλλάξουν ρούχα γιατί ήμασταν μούσκεμα από τον ιδρώτα κι όταν κάποιος έπεφτε κάποια από τις σημαντικές γυναίκες
της οικογένειας μάνα, γιαγιά θεία…φιλούσε την πληγή για να γίνει καλά.
Τα ξαδέρφια μας ήταν η ζωή μας όλη. Οι καλύτεροι φίλοι, οι πιο σκληροί ανταγωνιστές.
Αγαπούσαμε τους ίδιους ανθρώπους κάποιοι σαν θείους, κάποιοι σαν γονείς, μα τους αγαπούσαμε πολύ. Είχαμε τους ίδιους παππούδες, τις ίδιες γιαγιάδες τις ίδιες αναμνήσεις σε γιορτές και καλοκαίρια. Κάναμε μαζί ανοησίες μεγάλες και κάποιες είναι ακόμη τα κρυφά μας μυστικά…
Όπως τότε που καπνίζαμε κρυφά τις γόπες που πετούσε ο παππούς, που κλέβαμε τσίχλες από το περίπτερο και νομίζαμε πως δεν μας έβλεπε ο περιπτεράς, που τρώγαμε όλο μας το χαρτζιλίκι σε παγωτά, που καβαλούσαμε τον γάντζο στον γερανό και ο εργάτης μας ανέβαζε ψηλά για να κρεμαστούμε στο κενό δοκιμάζοντας το θάρρος μας, τότε που κατεβαίναμε τις κατηφόρες με τα ποδήλατα και περνούσαμε από διασταυρώσεις με τρελή φόρα και πέφταμε πάνω σε τοίχους κι όταν σκίζαμε τα γόνατα τα ξαδέρφια, μας πήγαιναν πίσω κουτσαίνοντας και κλαίγοντας γοερά, για να τα ακούσουμε όλοι μαζί στερεοφωνικά από τις γνωστές μανάδες, γιαγιάδες, θειάδες, με τη γνωστή ατάκα…”καλά καλέ μυαλό δε έχετε;” Τότε που κάναμε πως κοιμόμασταν μαζί σε ένα κρεββάτι μεσημέρια καλοκαιριού και γελούσαμε ασταμάτητα για ώρες και μας μάλωναν κάθε δύο λεπτά! Τότε που μπάζαμε κρυφά τα αδέσποτα στα σπίτι της γιαγιάς και του παππού και μαζεύαμε όλα τα γατιά της γειτονιάς, τότε που πιτσιλούσαμε τους περαστικούς από τα μπαλκόνια και κάναμε ομάδες κρούσης, για να την πέσουμε σε όποιον πείραξε έναν από εμάς.
Τότε που πηδούσαμε από τον δεύτερο όροφο των νεόκτιστων οικοδομών και βουτούσαμε στην άμμο που είχε από κάτω σε βουναλάκια κι αργότερα μεγαλώνοντας, τις κοπάνες, τις ατελείωτες απίθανες φάρσες με τα τηλέφωνα, τα κρυφά σινεμά, τα πρώτα ξενύχτια και τα πρώτα μεθύσια, την αλληλοκάλυψη, τα δάκρυα για τους κακούς βαθμούς, τα πρώτα γκομενικά, τότε που παίρναμε κρυφά το ταξί για να πάμε στην ντίσκο, τότε που καβαλούσαμε ξένα μηχανάκια και κάναμε τρικάβαλο για να πάμε στη θάλασσα, τότε που φεύγαμε όλοι μαζί από το σπίτι και στο δρόμο χωρίζαμε για να συναντηθούμε την τάδε ώρα στο ίδιο μέρος και να γυρίσουμε παρέα πως τάχα ήμασταν μαζί…Τι αναμνήσεις….
Εκείνη την ηλιόλουστη μέρα ο Όλυμπος έλαμπε…κι εγώ τους κοίταζα που έπαιζαν μαζί. Γνωρίζονται από την πρώτη μέρα που γεννήθηκαν. Έχουν φάει μαζί, έχουν κοιμηθεί μαζί, έχουν γελάσει κι έχουν κλάψει μαζί, έχουν πλακωθεί στο ξύλο…είναι ξαδέρφια. Είναι τα παιδιά μας που κρατούν και συνεχίζουν μια σχέση που μας είναι πολύτιμη…Πολύτιμη σαν αδερφική!
Τους κοιτάζω να τρέχουν ανέμελοι κάτω από τα πανύψηλα δέντρα και βλέπω την συνέχεια…τα ψέματα, τις κοπάνες, τις συνομωσίες τους κινδύνους και τα ρίσκα που θα πάρουν μαζί και πως θα αγαπούν και θα προσέχουν ο ένας τον άλλο…Το βλέπεις από το πως μαλώνουν, πως φροντίζουν τους μικρότερους, πως νοιάζονται για το πότε θα τους ξαναδούν, για το πότε θα έρθει το καλοκαίρι για να είναι μαζί τους…
Και σαν τους κοιτώ…περνά η ζωή μας μπροστά στα μάτια μου. Μια ευτυχισμένη παιδική ζωή…με τα ξαδέρφια προστάτες και συνωμότες μου. Αγαπημένοι άνθρωποι…Σημαντικοί άνθρωποι, που τους γνώρισα παιδιά κι έχουμε όλοι πια πιο βαθιές ρυτίδες και θυμόμαστε με κάθε λεπτομέρεια πως τις αποκτήσαμε, σαν να τις χτίσαμε μαζί ο ένας στο πρόσωπο του άλλου…με γέλια και με κλάματα! Σε αποχαιρετισμούς παππούδων, γονιών, συγγενών…Σε διακοπές στο χωριό, σε καλοκαίρια γεμάτα φως, ήλιο και θάλασσα…Σε παγωμένους λευκούς Χειμώνες, σε Πρωτομαγιές και Χριστουγεννιάτικα τσουγκρίσματα…Στους γάμους μας, στις γεννήσεις των παιδιών μας.
Πάντα μαζί!
Μαζί μα τα λατρεμένα ξαδέρφια…Τα μόνα άτομα που ξέρουμε ο ένας την ιστορία του άλλου με τόσες λεπτομέρειες…από την καλή κι από την ανάποδη.
…κι αυτό δεν είναι απλά τύχη…είναι κατόρθωμα…δικό μας και των γονιών μας γιατί τελικά οι σχέσεις χτίζονται μέσα στα χρόνια, αργά και σταθερά…Ευχαριστώ τους γονείς μου για τα ξαδέρφια μου και τους γονείς τους και τους παππούδες μας. Ευχαριστώ το Θεό για τα ξαδέρφια μου, είναι φύλακες και σύντροφοι και κριτές…μα πάνω από όλα, δεν παύουν να είναι όλοι τους, τα παντοτινά, λατρεμένα μου καθάρματα!
Ει βρομόπαιδα… σας αγαπάω έναν, έναν!
…και κάτι ακόμη…”ντου ρε”!
Κατερίνα







