…όσο υπάρχει ουρανός…

…όσο υπάρχει ουρανός…

Αύγουστος του ’94. Ετοιμάζομαι να φύγω Αγγλία και ζω μεγάλη αγωνία. Που θα πάω σε ποιο αεροδρόμιο, ποιο τρένο θα πάρω,  τι ώρα θα φτάσω, που θα μείνω, πόσο μακριά είναι το αεροδρόμιο από το μέρος που θα ζήσω, πότε θα πρέπει να στείλω τα πράγματα, ποιος θα τα παραλάβει κι από που…
Ζούσα μέρες αγρύπνιας κι αγωνίας. Ώσπου η θεία μου καλή της ώρα εκεί στον παράδεισο που βρίσκεται,  μου είπε πως η ξαδέρφη μου η Άννα μένει στο Λονδίνο και μήπως να την πάρω ένα τηλέφωνο για να με βοηθήσει…
Η ξαδέρφη μου η Άννα, δεν είναι ξαδέρφη μου, έχουμε άλλου είδους συγγένεια, που δεν ξέρω γιατί δεν βγάζω άκρη με αυτά, αλλά μάλλον είναι θεία μου μιας κι είναι η πρώτη ξαδέρφη του μπαμπά μου…μα ήταν το μικρότερο ξαδερφάκι κι οι ηλικίες μας ήταν κοντά οπότε πάντα θεωρούμασταν ξαδέρφια μιας και παίζαμε μαζί μικρότερες.
Πήρα μεγάλη χαρά από το νέο αν και με την Αννα είχαμε χαθεί κι είχα να την δω δεν θυμάμαι καν πόσα χρόνια.Όμως ήταν τόσο μεγάλη η αγωνία μου, που επικοινώνησα μαζί της και με κατεύθυνε. Που θα πάω, πως και τι να προσέξω και αυτή θα με περιμένει για να μείνω μαζί της…

Έφτασα στο Λονδίνο στις 16 Σεπτέμβρη κι ήταν ένα βραδάκι πανέμορφο δροσερό. Έφτασα εκεί που μου είχε πει η Άννα ακολουθώντας τις οδηγίες της. Bayswater… Άνοιξε την πόρτα όμορφη και δροσερή και μ’ αγκάλιασε κι ήμουν τόσο αγχωμένη που εκείνη την αγκαλιά την θυμάμαι ακόμη…μύριζε ασφάλεια! Με πήγε στο κινέζικο εστιατόριο που είχε κάτω από το διαμέρισμα στην υπέροχη χρωματιστή κοσμοπολίτικη γειτονιά της. Έφαγα την πρώτη μου πάπια σε rap με σάλτσα σόγιας και φύτρες και λαχανικά…Ακόμη θυμάμαι εκείνη την αξέχαστη γεύση!
Η Άννα έκανε τότε το δεύτερο μεταπτυχιακό της…ακολούθησε ακόμη ένα αργότερα και ζούσε εκεί ήδη πολύ καιρό. Φωτεινή, χαρούμενη και απίθανα κοινωνική. Δεν νοιαζόταν για τίποτα, δεν μασούσε πουθενά!

Έμεινα μαζί της δύο καταπληκτικές εβδομάδες. Με πήγε σε βραζιλιάνικο χορό, με γύρισε στην μαγική τεράστια αγορά του Λονδίνου όπου έχασα τα μυαλά μου, με τάιζε όλα τα εξωτικά από μεξικάνικο μέχρι Ινδικό, με νυχτοπερπάτησε στα Λονδρέζικα bar, με πήγε στο portobello στην πιο υπέροχη υπαίθρια αγορά που είχα δει στη ζωή μου, με γνώρισε στους ενδιαφέροντες φίλους της, κάναμε βόλτες ατελείωτες στο Hyde Park  που ήταν δίπλα στο διαμερισματάκι της, πήγαμε σινεμά κι έπαθα σοκ γιατί τέτοιες αίθουσες δεν είχα ξαναδεί στην ζωή μου κι είδαμε το The Mask με τον Jim Carrey.
Τα βράδια άνοιγε το μεγάλο κρεββάτι που έβγαινε από τον τοίχο και κοιμόμασταν αφού μιλούσαμε για ώρα ενώ κάθε φορά εγώ έκανα το αστείο πως το κρεββάτι έκλεινε κι μέναμε θαμμένες στον τοίχο. Τα πρωινά ξυπνούσαμε με τους ήχους της πόλης από κάτω και καθόμασταν στο μεγάλο παράθυρο του studio και πίναμε πράσινό τσάι…Κουβάδες από πράσινο τσάι, ενώ τα σαββατοκύριακα η Άννα αγόραζε εφημερίδες βουνά και διαβάζαμε σιωπηλά καθώς η βροχή έπεφτε στο δρόμο… και για να μην κάθομαι και βαριέμαι μέχρι να αρχίσει η σχολή μου και τα μαθήματα, η Άννα – που γενικά είναι διόλου κάλτσα- μου  βρήκε μια προσωρινή δουλειά, όπου φρόντιζα ένα μικρό αγοράκι το Γιάννη για 25 λίρες την ημέρα…Θα μπορούσα να ζήσω έτσι για πάντα.

Έτσι σκεφτόμουν καθώς περπατούσα στους δρόμους του Λονδίνου καθώς τα φύλλα έπεφταν και στροβιλίζονταν στον αέρα, με το Φθινόπωρο να γεμίζει μια γλυκιά μελαγχολία το υπέροχο τοπίο.

Ήταν μαγικό όλο αυτό που ζούσα και το χρωστούσα σε εκείνη…Όταν έφυγα ήθελα να κλάψω. Δεν ήθελα να την αποχωριστώ. Με φρόντισε, με βοήθησε, με έκανε να νιώσω ηρεμία κι ασφάλεια, σε μια χώρα όπου θα ήμουν ολομόναχη…

Κάθε φορά που οι συμφοιτητές μου έφευγαν από τον ξενώνα που μοιραζόμασταν για να πάνε στα σπίτια τους εγώ πήγαινα στην Άννα. Ξαναγύριζα στο μικρό studio στο πολύβουο Bayswater, με τα κουλτουριάρικα καφέ και τα χρωματιστά μικρομάγαζα και περνούσα όμορφα με την χρωματιστή μου Άννα….Εκείνα τα Χριστούγεννα, τα περάσαμε μαζί στη Γερμανία και είχαμε μοιραστεί τα εσώψυχα μας. Όλα όσα είχαμε χάσει στα χρόνια που είχαν περάσει, τα είπαμε στους μήνες  εκείνους.
Η Άννα με έκανε να νιώθω ελεύθερη, δυνατή, πως δεν υπάρχει τίποτε στον κόσμο που δεν μπορώ να καταφέρω. Ένιωθα να ξεδιπλώνεται μπροστά μου ένας νέος κόσμος. Μια νέα ευκαιρία για να βρω εμένα. Ποια ήμουν και τι ήθελα! Όταν φοβόμουν μια φράση υπήρχε “σώωωπα καημένη που δεν μπορείς”. Το λάτρεψα αυτό το  αθυρόστομο κορίτσι, που είχε μια  φυσική ευγένεια, μα δεν κρατούσε  καμία ψευτοδιακριτικότητα  για εκείνους  που νοιαζόταν.

Το χιούμορ της με ενθουσίαζε και την θυμάμαι να λέει πως όταν έκανε το πρώτο της μεταπτυχιακό στην Αμερική στο νοσοκομείο που δούλευε, κάνοντας την πρακτική της στο τμήμα καρκινοπαθών την περίοδο που γιόρταζαν το helloween, έξω από την πόρτα είχε έναν τεράστιο χάρο που κρατούσε μια κόσα…”Είναι τρελοί παιδί μου οι Αμερικάνοι, κουβαλάνε μεγάλο λασκάρισμα”…μου έλεγε και γελούσα γιατί το έκανα όλο αυτό εικόνα… “Το χάρο έξω από το τμήμα των καρκινοπαθών…μα καθόλου διακριτικότητα; ” συνέχιζε απηυδησμένη!
Έτσι περνούσαμε με την Άννα, μέχρι που η αρρώστια του πατέρα της, την έκανε να γυρίσει εσπευσμένα στην Ελλάδα. Όταν γύρισα κι εγώ βρεθήκαμε ξανά. Την πρώτη μου απασχόληση, για το πρώτο χαρτζιλίκι μέχρι να βρω κανονική δουλειά, μου την βρήκε η Άννα. Αποκλειστική νοσοκόμα στο 424 Στρατιωτικό νοσοκομείο. Δύσκολη δουλειά, ζόρικες ώρες, μα απίθανα λεφτά!…Τα χρόνια πέρασαν κι η Άννα βρήκε τον έρωτα της κι άνθισε, δίπλα του. Θυμάμαι στο γάμο τους στη Λέσχη Αξιωματικών. Άνοιξη, να χορεύουν μαζί, πανέμορφοι και τόσο ευτυχισμένοι…αξέχαστη εικόνα!

Όταν ήρθαν τα σύννεφα, εκείνος δίπλα της. Προσπαθούσαν απεγνωσμένα να κάνουν παιδί. Εκείνη βασάνιζε το σώμα της, με εξωσωματικές.. Αγωνιούσε να γίνει μητέρα…Λίγα θυμάμαι από εκείνη την περίοδο μα θυμάμαι καλά μια μέρα με πήρε στο τηλέφωνο για να μου πει, πως έχει μια κόρη…Τρελάθηκα! Είχαν υιοθετήσει ένα μωράκι κι είχαν γίνει γονείς!
Το μικρό αυτό πλάσμα ήρθε στη ζωή τους και την γέμισε χρώμα και φως. Τα χαμόγελα τους έγιναν πελώρια, η ζωή άλλαξε, έγινε χρωματιστή. Η Άννα ήταν πιο όμορφη από ποτέ κι εγώ τη θαύμαζα τόσο…τόσο πολύ!
Η μικρή μας Αναστασία μεταμορφώθηκε  στο πιο όμορφο εξωτικό κοριτσάκι που υπάρχει…Είναι πια κοντά δέκα χρονών και μοιάζει στην μαμά της τόσο πολύ που είναι σκανδαλώδες. Το πως μιλάει, το πως στέκεται, ο αλέγκρος χαρακτήρας της, τα λόγια της και το γάργαρο γέλιο της είναι της μάνας της! Είναι η μικρή λατρεμένη μου ανιψιά και τα αγόρια τη λατρεύουν…μένει συχνά μαζί μας κάποια Σαββατοκύριακα για να περνάμε χρόνο μαζί και το απολαμβάνουμε…

Γιατί τα γράφω όλα αυτά….Γιατί λένε πως του φίλους τους διαλέγεις τους συγγενείς τους έχεις…όχι! Και τους συγγενείς τους διαλέγεις. Τους διαλέγεις για να γίνουν σημαντικοί στη ζωή σου. Τους διαλέγεις για να σου γεμίσουν τα κενά κομμάτια. Για να σου προσφέρουν και να τους προσφέρεις πίσω με την κάθε ευκαιρία, όχι γιατί έτυχε να είναι συγγενείς, μα γιατί αυτή η συγγένεια έτυχε να μας φέρει κοντά και να γεμίσει η καρδιά μας αγάπη για αυτούς και να τους κάνει ξεχωριστούς και πολύτιμους στη ζωή μας!

Η Άννα, είναι πάντα η νεράιδα μου. Αυτή που με βοήθησε έτσι, χωρίς ποτέ να περιμένει κάτι, χωρίς ποτέ να έχει προσδοκίες, χωρίς ποτέ να θέλει αντάλλαγμα. Έτσι είναι με όλους η Άννα. Με όλους! Όσοι βρέθηκαν στη ζωή της κι είχαν ανάγκη το ξέρουν καλά αυτό….
Η Άννα μου έμαθε πολλά. Τόσα πολλά…Καταρχήν όταν θα ακούσει κάτι που δεν την αρέσει δεν θα σου πει διακριτικά  “μήπως να το ξανασκεφτείς;”,  θα σου πει “μαλακίες…καλέ τι μαλακίες είναι αυτές” κι είναι σαν να έφαγες χαστούκι. Ναι η Άννα δεν χαρίζει κάστανα, δεν μασάει τα λόγια της. Ίσως γιατί δούλευε στα νοσοκομεία όλη της τη ζωή και ξέρει τι σημαίνει πόνος και τι σημαίνει ζωή!

Η Άννα είναι πραγματική βοήθεια, αληθινή μέχρι εκεί που δεν φτάνει…Αληθινή με όλους μα πάνω από όλα με τον εαυτό της…οπότε όταν η Άννα μου αρρώστησε τέσσερα χρόνια πριν, δεν αποτραβήχτηκε, δεν κρύφτηκε, δεν χάθηκε, δεν απομονώθηκε, δεν έλεγε άλλα λόγια από τα αληθινά.
“Έχω καρκίνο” μου είπε κι εγώ έμεινα κόκαλο στο τηλέφωνο και σκεφτόμουν εκείνο το helloween στην Αμερική…. Δεν με άφησε ούτε λεπτό να σκεφτώ άσχημα. Ποτέ! Σκυλί μαύρο. Έτσι τη λέω.
Αν χρειάζεται κανείς θάρρος για τη ζωή του μπορεί να μιλήσει μαζί της για να  βρει νόημα. Αμάσητη, ατρόμητη ακόμη μπροστά και στον απόλυτο φόβο. Δεν σταμάτησε ποτέ να παλεύει. Όταν κουραστεί απλά ξεκουράζεται, ξαποσταίνει για λίγο και συνεχίζει και πάλι. Μπροστά στον αγώνα της, στην αποστολή της που δεν είναι παρά η μικρή της κόρη! Αυτή που είναι ο κόσμος όλος!

Είχα την ανάγκη να μοιραστώ την ιστορία της από εδώ για έναν και μόνο λόγο…
Γιατί της  δεν της το έχω πει. ποτέ…(γιατί άραγε), πως νιώθω ευγνωμοσύνη για όλα όσα μου πρόσφερε. Για εκείνο το αξέχαστο μαγικό Φθινόπωρο στο Λονδίνο, για τις ατέλειωτες βόλτες και τις κοριτσίστικες συζητήσεις μας.
Νιώθω ευγνωμοσύνη για όλη την βοήθεια και την σχεδόν μαμαδίστηκη φροντίδα της και νιώθω ευγνωμοσύνη για όλα αυτά τα μαθήματα ζωής που μου έχει δώσει. Για την μαγική της κόρη.
Για το τι σημαίνει να αγαπάς με όλη σου τη δύναμη ένα παιδί. Για το ότι σπλάχνο σου δεν είναι το παιδί που βγήκε από το σώμα σου, μα το παιδί που του δίνεις την ψυχή σου. Για το ότι για να αγαπήσεις ένα παιδί με τον τρόπο που ένας γονιός αγαπά το παιδί του, όντας έτοιμος να του δώσει την ίδια του την ζωή….δεν χρειάζεται να πονέσεις για να βγει από το σώμα σου όπως πολύ γραφικά συχνά πυκνά, διαβάζω και θυμώνω…
Η Άννα είναι η απόδειξη για όλα αυτά! Εκείνη που είναι από τις καλύτερες μαμάδες που υπάρχουν. Σκληρή και τρυφερή μαζί. Μαμά λέαινα. Μαμά δράκος.

Νιώθω ευγνωμοσύνη σαν την βλέπω να παλεύει για τη ζωή της. Ένας αληθινός πελώριος μαχητής. Πολεμιστής σε έναν αγώνα που ούτε να διανοηθώ δεν μπορώ μα εκείνη δεν είπε ποτέ γιατί…γιατί εγώ, γιατί σε εμένα…Μπορεί να είναι αυτές μύχιες σκέψεις της, μα δεν αφήνει σε κανέναν μας επιλογή πέρα από το να γελάμε και να είμαστε χαρούμενοι δίπλα της και να πιστεύουμε…Να πιστεύουμε βαθιά κι αληθινά στην πελώρια, μοναχική, προσπάθεια της.

Δεν έχω θαυμάσει άνθρωπο, γονιό, σύντροφο, όσο θαυμάζω εκείνη! Είναι το θαύμα μου. Το θαύμα μας! και την αγαπώ βαθιά. Άλλωστε η ίδια ξέρει από θαύματα έχει ήδη συναντήσει δύο. Την αγάπη της και την κόρη της.
Είναι η νεράιδα μου…και ξέρω πως τώρα εκείνη, τα διαβάζει αυτά και χαμογελά αχνά και σαρκαστικά και θα ήθελε να μου πει “καλά καλέ τρελάθηκες; Τι παλαβά κάθεσαι και γράφεις;” με εκείνο το βιαστικό γρήγορο αξάν που καμιά φορά της ξεφεύγει και μου θυμίζει το χωριό μας, που τόσο εκείνη αγαπάει και τώρα το αγαπά κι η Αναστασία της κι αυτό,  με συγκινεί πολύ.

Ναι κυρά μου τρελάθηκα! Γίνε γρήγορα καλά για να κάνουμε εκείνο το ταξίδι που περιμένει στη γωνία. Αν η αγάπη από μόνη της μπορούσε να γιατρέψει θα ήσουν ήδη καλά…τόσο πολύ σ’ αγαπάω!

Αγαπημένοι…είμαι τυχερός άνθρωπος το έχω ξαναπεί. Αυτή η γυναίκα είναι δώρο στη ζωή μου κι όλοι έχουμε τέτοιους ανθρώπους …δώρα!
Στείλτε στην Άννα μου, λίγη από τη θετική σας σκέψη και την μαγική σας ενέργεια. Θα την χρειαστεί!
Αρχίζω την μέρα μας δυνατά, με ένα τραγούδι που λατρεύω και με συντρόφευσε στον Μαραθώνιο, καθώς κάποια αναγνώστρια,  μου ζήτησε να το πάρω μαζί μου. Το έστειλα ένα βράδυ στην Άννα όταν ήταν στο νοσοκομείο και περνούσε δύσκολα. Τώρα μέσα από εδώ το μοιράζομαι ξανά και το αφιερώνω σε όλους εσάς εκεί έξω, που έχετε μια ψυχή που ξέρει να πετά, ακόμη και μέσα σε ένα σώμα που υποφέρει! Έχετε τον απεριόριστο θαυμασμό μου… Καλή δύναμη!

Ει! Αννούλα  “Όταν μου φεύγει το θάρρος
                        Σε θυμάμαι να χαμογελάς
                        Το χαμόγελο γίνεται φάρος
                        Και τη βάρκα μου εσύ οδηγάς”…καλημέρα αγάπη…είσαι στις προσευχές μου…
                   
                                                                        Κατερίνα

Share:

περισσότερα άρθρα

Πιο ψηλά!

Συνήθως τα Σαββατοκύριακα, όταν  έχω  την απόλαυση του χρόνου, απολαμβάνω το αναμμένο τζάκι, τα κεριά και την σιγή του σπιτιού

Κυριακές…

Ξημέρωσε μιαν άλλη μέρα. Χθες ηλιόλουστη. Σήμερα υπέροχα μουντή και χειμωνιάτικη!!! Ο Φλεβάρης μπήκε με μια Κυριακή δώρο. Σπίτι, κεριά,

Το χιονισμένο βουνό!

Βράδυ μετά την δουλειά. Κερί αναμμένο, έξω κρύο και βροχή. Πλημμύρες χάος, άνθρωποι που χάνουν το βιός τους, χιόνια και

Τα λαμπάκια…

Πριν λίγο καιρό  παίζαμε ένα θεραπευτικό  παιχνίδι με τις φίλες μου. Είχαμε κόψει χαρτάκια με λέξεις και όποια λέξη διάλεγες