Το σαλιγκάρι.

Το σαλιγκάρι.

Έβρεχε. Μόλις τέλειωσα κάτι  πρωινές δουλειές και έτρεχα να προλάβω μια συνάντηση με δυο συνεργάτες. Έπρεπε να  βγάλουμε μεγάλο όγκο δουλειάς και μάλιστα γρήγορα γιατί σε μια ώρα θα σχολούσαν τα παιδιά.
Είχα άγχος. Άχρηστο, ανούσιο μη παραγωγικό άγχος. Το μυαλό μου μια λίστα, πρώτα αυτό, μετά αυτό. Βροχή και λάσπη παντού. Δεν είχα κι ομπρέλα. Κοίταξα γύρω μου, το τοπίο, καθώς το αυτοκίνητο έτρεχε. Τα χρώματα είχαν τονιστεί από την υγρασία κι είχαν μια υπέροχη σχεδόν απόκοσμη γυαλάδα.
Κοίταξα το ρολόι. Είχα 12 λεπτά…Έκανα αναστροφή και οδήγησα προς το σπίτι. Τρέχοντας, πήρα τη φωτογραφική μηχανή και μια ομπρέλα. Φόρεσα γαλότσες.
Ξαναμπήκα στο αμάξι και τρέχοντας έφτασα στο σημείο που είδα τα έντονα χρώματα μιας μικρής άγριας τριανταφυλλιάς κι ενός κισσού, μπροστά στο σχολείο των παιδιών.
Πέρασα τη μηχανή στον ώμο και κατέβηκα από το αμάξι σαν τρελή, ανοίγοντας ταυτόχρονα την ομπρέλα για να μην βραχεί ο φακός. Μπήκα μέσα στη λάσπη και προσπαθώντας να προστατεύσω τη μηχανή από τις δυνατές στάλες, έκανα μια λάθος κίνηση και η μηχανή μου έπεσε κάτω. Στα λασπόνερα.
Κόντεψε να μου έρθει κόλπος. Έβρισα. Την σκούπισα γρήγορα στο  τζιν παντελόνι μου που λασπώθηκε και στο φουλάρι που φορούσα που λασπώθηκε επίσης. Θα πήγαινα στην συνάντηση μέσα στα επόμενα λεπτά…λασπωμένη!

Κοίταξα τριγύρω και με μιας την προσοχή μου τράβηξε μια μικρή κίνηση στην κορφή της τριανταφυλλιάς…Κοίταξα καλά και τότε το είδα. Ένα σαλιγκάρι σκαρφαλωμένο εκεί στην άκρη, στα πιο ψηλά κλωνάρια.

“Κοίτα να δεις το μικρούλι”…Σκέφτηκα. Γεννημένο στο τέλος της τροφικής αλυσίδας! Φτιαγμένο για να σέρνεται στη γη και να κρύβεται στο καβούκι του, να το τώρα, εκεί ψηλά. Στα τρυφερά κλωνάρια.
Το μικρό θαρραλέο σαλιγκάρι κατάφερε να φτάσει ψηλά, διαψεύδοντας όλες τις προδιαγραφές.
Τι κι αν ήταν αργό; Τι κι αν ήταν μικρό; Τι κι αν ήταν απλά ένα ταπεινό σαλιγκάρι;
Αναρριχήθηκε με το βαρύ του φορτίο, σύρθηκε, κουράστηκε, μα αναζωογονημένο από την υγρασία της βροχής, αναθάρρησε και τα κατάφερε…

Τι κι αν νομίζεις πως επειδή γεννήθηκες μικρός και ταπεινός σαν σαλιγκάρι δεν μπορείς ή δεν έχεις δικαίωμα να φτάσεις τα ψηλά κλαδιά;

Ποιος σε έπεισε για αυτό; Γιατί αφέθηκες να πεισθείς πως δεν είσαι ικανός για κάτι περισσότερο;
Πότε σταμάτησες να κοιτάζεις εκεί ψηλά; Πότε σταμάτησες να ονειρεύεσαι, πότε σταμάτησες να προσπαθείς; Πότε άρχισες να ακολουθείς χαραγμένα μονοπάτια;

Τράβηξα τρεις φωτογραφίες κι ύστερα έφυγα πάλι τρέχοντας για το ραντεβού μου. Θα πήγαινα αργοπορημένη, λασπωμένη και βρεγμένη.
Μα μόλις είχα  συναντήσει ένα σαλιγκάρι που με κοίταξε για λίγο στα μάτια και με ρώτησε “που χάθηκα”…κι αυτό ήταν ξαφνικά το ποιο σημαντικό γεγονός της ημέρας μου, γιατί έπρεπε να βρω μιαν απάντηση!!!

Καλημέρα αγαπημένοι…

Share:

περισσότερα άρθρα

Πιο ψηλά!

Συνήθως τα Σαββατοκύριακα, όταν  έχω  την απόλαυση του χρόνου, απολαμβάνω το αναμμένο τζάκι, τα κεριά και την σιγή του σπιτιού

Κυριακές…

Ξημέρωσε μιαν άλλη μέρα. Χθες ηλιόλουστη. Σήμερα υπέροχα μουντή και χειμωνιάτικη!!! Ο Φλεβάρης μπήκε με μια Κυριακή δώρο. Σπίτι, κεριά,

Το χιονισμένο βουνό!

Βράδυ μετά την δουλειά. Κερί αναμμένο, έξω κρύο και βροχή. Πλημμύρες χάος, άνθρωποι που χάνουν το βιός τους, χιόνια και

Τα λαμπάκια…

Πριν λίγο καιρό  παίζαμε ένα θεραπευτικό  παιχνίδι με τις φίλες μου. Είχαμε κόψει χαρτάκια με λέξεις και όποια λέξη διάλεγες