Ω Γλυκύ μου Έαρ…

Ω Γλυκύ μου Έαρ…

Τρία χρόνια πριν. Πάσχα. Μεσημέρι Μεγάλης Παρασκευής. Η εκκλησία είναι σχεδόν άδεια.

Κάθομαι σε ένα στασίδι μόνη και κοιτώ ευθεία μπροστά τον στολισμένο Επιτάφιο. Έξω έχει μια απίστευτη λιακάδα και τα παιδιά μόλις άναψαν τα κεράκια τους και πέρασαν κάτω από τον Επιτάφιο εξαφανίστηκαν στην μεγάλη κατάφυτη αυλή της εκκλησίας…Απόλυτη σιωπή παντού!

Κάθομαι εκεί μόνη και σιωπηλή.Το μυαλό μου είναι άδειο μα η καρδιά μου γεμάτη με συγκίνηση σαν να στέκομαι πραγματικά μπροστά σε έναν νεκρό…
Ακούω βήματα αργά, πολύ αργά…
Δίπλα μου περνά ένα παράξενο ζευγάρι. Εκείνος σαραντάρης, με ελαφρά γκρίζα μαλλιά. Πολύ ψηλός και ευθυτενής. Με μάτια καθαρά. Όμορφος. 
Κρατά από τη μέση μια γυναίκα.Το χέρι του μακρύ τυλίγει σχεδόν όλη την λεπτή, ντελικάτη μέση της. 
Τα δάχτυλα τους πλεγμένα με τρυφερότητα, καθώς με το άλλο χέρι, της κρατά απαλά την παλάμη. 
Περπατούν αργά…Τόσο αργά που μπορείς να παρατηρήσεις κάθε μικρή λεπτομέρεια στο βάδισμα τους…Εκείνη είναι μικρο καμωμένη, τόσο ντελικάτη, που νομίζεις θα σπάσει. Στέκεται για λίγο να ξαποστάσει κι εκείνος γέρνει απαλά το κεφάλι του και κοιτάζοντας την βαθιά στα μάτια τη ρωτά με αγωνία, με μια αληθινή αγάπη  “όλα καλά μαμά:” 
Εκείνη σηκώνει το βλέμμα, τον κοιτάζει με τόση γλυκιά σιωπή. Τόση αγάπη και του χαμογελά αχνά.Τον καθησυχάζει με τα μάτια της. Σαν μαμά…
Τα μαλλιά της έχουν την υφή του βαμβακιού. Το πρόσωπο της μοιάζει διάφανο, μεταξένιο…
“Σιγά σιγά”, της ψιθυρίζει πάλι εκείνος κοιτάζοντας χαμηλά τα βήματα τους και συνεχίζουν αργά να προχωρούν στον μακρύ δροσερό, γεμάτο φως διάδρομο, για να  φτάσουν στον τόπο του προσκυνήματος…
Τη βοηθά απαλά, προσεκτικά να ανέβει το σκαλοπάτι κι ύστερα σχεδόν την παίρνει αγκαλιά κρατώντας την από τις μασχάλες για να την στηρίξει την ώρα που εκείνη σκύβει τρυφερά να φιλήσει τον Επιτάφιο.
Με το ένα του χέρι κάνει στα γρήγορα την προσευχή του και συνεχίζει να την κρατά, να την κοιτά, να την φροντίζει, σαν να είναι ο έρωτας του. Η ζωή του. Η τρυφερή του ευθύνη…
Τους φαντάστηκα χρόνια πριν. Εκείνος μικρούλης, με καθαρά ρούχα και καλο χτενισμένα μαλάκια κι εκείνη κομψή και λυγερή, να κρατά το μικρό του χέρι και να τον σηκώνει για να φιλήσει το Χριστούλη…
Δάκρυα…Μια θέρμη απλώθηκε στην καρδιά μου. Μια γαλήνη. Για τον κύκλο της ζωής. Για το ότι εκείνοι είχαν την ευλογία να τον ζήσουν. Για την αγάπη στο βλέμμα της. Για την φροντίδα στα χέρια του. Για τον τρόπο που της μιλούσε σαν να ήταν ένα μικρό εύθραυστο παιδί…αυτή η μαμά του, η γυναίκα που του έμαθε να είναι ένας άξιος, ευγενικός, άντρας.
Γι αυτή τη μαμά που ο γιος της την πήγε να προσκυνήσει τον Επιτάφιο…Για αυτή την αιώνια στιγμή που ζούσα κοιτάζοντας τους, με τα μάτια κολλημένα στα πλεγμένα χέρια, στο εύθραυστο σώμα της που έγερνε με ασφάλεια πάνω στο γιο της. Στο γιο της!

Έμεινα για λίγο εκεί, να σκουπίσω τα δάκρυα μου, να ξαναβρώ τον εαυτό μου κι ύστερα σηκώθηκα αργά και βγήκα στην αυλή. Τους κοίταξα από μακριά κι η καρδιά μου φούσκωσε από αγάπη. Κάθονταν σε ένα παγκάκι με τα πόδια να κουνιούνται κρεμασμένα και έλεγαν τα δικά τους γελώντας…Οι γιοί μου! Φαντάστηκα το γερασμένο χέρι μου, στο χέρι τους. Φαντάστηκα το μέλλον…Ευχήθηκα να το ζήσω. Να έχω την τιμή!
Με κοίταξαν και σαν σούστες σηκώθηκαν κι έτρεξαν στην αγκαλιά μου. Μια αγωνία στο βλέμμα τους”μαμά κλαις;”
“Ναι αγάπες μου, συγκινήθηκα”
“Γιατί, γιατί συγκινήθηκες μαμά:”
Ήθελα να τους πω για εκείνη την φοβερή εικόνα, του γιου με τη μαμά του. Ήθελα να τους πω, πως μέσα σε κάθε Εκκλησία σήμερα, Μεγάλη Παρασκευή, μια μάνα θρηνεί το παιδί της.
Ήθελα να τους πω, τι σημαίνει για έναν γονιό να μην έχει την ευλογία και την τύχη να δει τη συνέχεια του παιδιού του…
Ήθελα να τους πω, τι σημαίνει να χάνεις μια Άνοιξη…Μια Άνοιξη ανθρώπινη και θεϊκή μαζί!
Πως είναι να μην περιμένεις, καμιά Άνοιξη πια να σε ακουμπήσει…
…κοίταξα τα κεφάλια τους καθώς χώθηκαν κι οι δυο στην αγκαλιά μου, απλώνοντας τα χεράκια τους γύρω μου και φίλησα με λαχτάρα τα μαλλιά τους…
“Γιατί σας αγαπάω” είπα απαλά.”Σας αγαπάω τόσο που πονάει η καρδιά μου”
Η ανησυχία τους εξανεμίστηκε στο λεπτό! “…κι εμείς σ’αγαπάμε μαμάαα…”μου είπαν συρτά, σαν να με διαβεβαίωναν με μια μικρή βαριεστημάρα, με την παιδική, τραχιά γλυκύτητα τους κι ύστερα εξαφανίστηκαν ορμώντας με ενθουσιασμό προς τα δέντρα…
Έμεινα εκεί στην κορυφή της ψηλής μαρμάρινης σκάλας, να αγναντεύω το παιχνίδι τους. Μόνη μα γεμάτη. Γεμάτη ως το μεδούλι με μια αγάπη που όμοια της δεν ήξερα πως υπήρχε λίγα χρόνια πριν…
Μέσα στην εκκλησία μια  Παναγία έπλενε τα πόδια του νεκρού γιου της. Μια μάνα θρηνούσε το παιδί της. Με σπαραγμό. Με μια θλίψη αιώνια…
Ω γλυκύ μου Έαρ…Ω γλυκύ μου Έαρ…
Πόσο λυπάμαι…πόσο λυπάμαι αγαπημένοι. Αγαπημένοι μου!!!Πόσο λυπάμαι…
Μεγάλη Παρασκευή…η πιο σκληρή, η πιο όμορφη Παρασκευή του χρόνου. Καλή Ανάσταση σε όλους…σε κάθε ψυχή! Σε κάθε μακρινή, μα ποτέ ξεχασμένη Άνοιξη…
Σε εσένα μικρέ…Σε εσάς, μαμά και μπαμπά και στον ποτέ ξεχασμένο, γιο σας…
                                                                                                                            Κατερίνα
Ένα κείμενο λατρεμένο που κάθε τέτοια εποχή ξαναθυμάμαι. Η Χαμένη Άνοιξη του αγαπημένου φίλου μου,  Κωνσταντίνου. 

Share:

περισσότερα άρθρα

Πιο ψηλά!

Συνήθως τα Σαββατοκύριακα, όταν  έχω  την απόλαυση του χρόνου, απολαμβάνω το αναμμένο τζάκι, τα κεριά και την σιγή του σπιτιού

Κυριακές…

Ξημέρωσε μιαν άλλη μέρα. Χθες ηλιόλουστη. Σήμερα υπέροχα μουντή και χειμωνιάτικη!!! Ο Φλεβάρης μπήκε με μια Κυριακή δώρο. Σπίτι, κεριά,

Το χιονισμένο βουνό!

Βράδυ μετά την δουλειά. Κερί αναμμένο, έξω κρύο και βροχή. Πλημμύρες χάος, άνθρωποι που χάνουν το βιός τους, χιόνια και

Τα λαμπάκια…

Πριν λίγο καιρό  παίζαμε ένα θεραπευτικό  παιχνίδι με τις φίλες μου. Είχαμε κόψει χαρτάκια με λέξεις και όποια λέξη διάλεγες