“Μου λείπει ο αδερφός μου”, μου είπε μια μέρα ο μικρός μου γιος…και τον κοίταξα παραξενεμένη.
“Καλέ μου ο αδερφός σου είναι στο δωμάτιο του”, του απάντησα…”πως γίνεται να σου λείπει;”
“Δεν καταλαβαίνεις” μου απάντησε με ένταση…
“Μου λείπει γιατί άλλαξε και δεν θέλει να κοιμόμαστε μαζί, δεν θέλει να κάνουμε μπάνιο μαζί, ούτε παίζει με τα playmobil κι ούτε θέλει να κάνει παρέα με τους φίλους μου και να παίζουμε κυνηγητό και κρυφτό…Ούτε με αφήνει να κάνω παρέα με τους φίλους του που έρχονται στο σπίτι κι όλο μιλάνε και μιλάνε κι είναι βαρετά. Δεν είναι όπως παλιά και μου λείπει…”
Ξαφνιάστηκα…”Τι εννοείς δεν είναι όπως παλιά;” Τον ρώτησα…”Να, ούτε η φωνή του δεν είναι ίδια, ούτε χωράει στο κρεββάτι να κοιμηθούμε μαζί…δεν είναι όπως παλιά μαμά…άλλαξε!”
…έμεινα για λίγο σκεπτική σχεδόν θλιμμένη γιατί κατάλαβα ακριβώς τι συμβαίνει. Ζει μια απώλεια και τον νιώθω γιατί με έναν τρόπο, τη ζω κι εγώ!
Προχθές περπατούσα στη λαϊκή με τον Άγγελο που πια δεκατρία και μισό είναι ψηλότερος από εμένα, βαρύτερος από εμένα και πιο μεγαλόσωμος…κι όμως περπατούσα στο δρόμο με το παιδί μου και καθώς είχε πολύ κόσμο τριγύρω, το χέρι μου μόνο του έψαξε δίπλα μου για να πιάσει το μικρό χεράκι…μια, δυο, τρεις φορές και καθώς δεν μπορούσα να το βρω γύρισα και κοίταξα δίπλα μου.
Με κοίταξε κι εκείνος, με ένα ερωτηματικό στα μάτια κι ένα χαμόγελο στα χείλη…”Αλήθεια μαμά; Λες να χαθώ;” του απάντησα με ένα πικρό χαμόγελο…”μεγάλωσες κάθαρμα!”
Το χέρι μου προσπαθούσε να πιάσει το μικρό χεράκι ψάχνοντας εκεί που το έβρισκε πάντα. Χαμηλά.
Μα κοιταχτήκαμε στα μάτια και μάζεψα το χέρι μου γρήγορα…
Το μικρό χεράκι δεν ήταν πια εκεί. Δεν είναι εκεί εδώ και καιρό, μα εκείνη ακριβώς τη στιγμή το αντιλήφθηκα και μέσα μου απλώθηκε μια θλίψη…
Η ίδια ακριβώς θλίψη την οποία βίωνε κι ο μικρός του αδερφός…
“Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για το ότι ο αδερφός σου μεγαλώνει αγάπη”…του απάντησα.
“Μπορείς όμως να είσαι περήφανος που έχεις πια έναν αδερφό που κάνει άλλα πράγματα μεγαλίστικα και μπορεί να σου μαθαίνει τόσα!”
“Ναι μαμά, αλλά δεν θέλει να είναι μαζί μου, είμαι μόνος μου.” “Δεν είσαι μόνος σου έχεις του φίλους σου να παίζεις”…
“Εγώ θέλω τον αδερφό μου!” Μου φώναξε. “Με αυτόν κάναμε τα πιο ωραία.Τις πιο ωραίες περιπέτειες μαμά!”
Ξέρω, ήθελα να του πω…ξέρω ακριβώς τι ζούσε μαζί του γιατί το έβλεπα και αντιλήφθηκα την ώρα εκείνη πόσο καιρό είχα να τους δω να παίζουν μαζί στήνοντας τα τρένα στο σαλόνι ή πόσο καιρό είχα να δω μάχες με στρατιώτες, δεινόσαυρους κι εξωγήινους…
Πόσο καιρό είχα να τους δω να κάνουν μαζί μπάνιο για ώρες κι η μπανιέρα να γίνεται πεδίο μάχης και θαλάσσιο πάρκο και πόσες φορές είχα να τους δω να κοιμούνται μαζί και να στήνουν στο κρεββάτι ολόκληρα σκηνικά, με καταφύγια και σπηλιές…Πολύ, πολύ καιρό!
…κι όλα σαν να έγιναν από τη μια στιγμή στην άλλη κι ο μικρός ήθελε να είχε την ευκαιρία να τα ζήσει για λίγο ακόμη, για μια ακόμη φορά…
“Να του το ζητήσεις” του είπα. “Ζήτα από τον αδερφό σου αυτό που θέλεις, έστω για μια φορά”…
Με κοίταξε με μια λάμψη. “Λες να το κάνει;” “Ναι αν του πεις πως σου λείπει και πόσο σημαντικό είναι για εσένα θα το κάνει..”.
…και ο Άγγελος δέχτηκε με την προϋπόθεση, να δεχτεί κι ο Γιώργος να περάσει ένα απόγευμα μαζί του όπως το έχει ανάγκη κι εκείνος…και δέχτηκε κι ο μικρός.
Την ημέρα εκείνη, ο Άγγελος πήρε τον μικρό αδερφό του για ποδηλατάδα στην παραλία. Έκαναν βόλτα δίπλα στη θάλασσα μιλώντας κι ύστερα πήγαν στο περίπτερο για κόμικ. Μετά στο σαντουιτσάδικο που συχνάζει η νεαρή πια πιτσιρικαρία τον κέρασε hot dog, και μετά πήγαν στο seven, για να πάρουν ταινία και δεν πήραν κινούμενα σχέδια, μα το Spy, που το λατρεύει και μετά γύρισαν σπίτι γελώντας.
Μετά γέμισαν τη μπανιέρα ως πάνω και το νερό ξεχείλισε και μπήκαν εκεί τα υποβρύχια και ο πόλεμος έγινε με κάθε μέσο, πετούμενα, πλεούμενα…έγινε χαμός και τέλος κοιμήθηκαν μαζί βλέποντας την ταινία και τα γέλια τους ακούγονταν για ώρα…κι ήταν όπως παλιά.
Πήγα να τους σκεπάσω πια σαν τους πήρε ο ύπνος και ήταν στο κρεββάτι στριμωγμένοι…Ίσα που χωρούσαν γιατί κι οι δυο δεν είναι πια τα μικρά μας.
Δεν είναι πια τα μικρά μου αγοράκια μα ένας έφηβος κι ένας τυπάκος στην προ εφηβεία. Μεγάλα σώματα, μακριά χέρια και πόδια απλωμένα παντού, μα τα μουτράκια…τα μουτράκια τους είναι εκείνα. Τα ίδια μουτράκια που χάιδευα πάντα και δεν πίστευα πόσο βελούδινα είναι. Είναι πια λίγο πιο μακριά, λίγο πιο τραχιά, με λίγα σπυράκια…μα έστω κι έτσι, τα μάτια, τα μάτια έχουν ακόμη εκείνη την γλυκιά αθωότητα σαν με κοιτούν, εκείνη την τρυφερή απλότητα, την πολύτιμη καθαρότητα!…κι εκεί μέσα τους βρίσκω, σαν τους χάνω κοιτάζοντας ξαφνιασμένη τα αλλιώτικα σώματα τους…
Θεέ μου πόσο γρήγορα μεγαλώνουν…
Χαμογελώ κοιτάζοντας φωτογραφίες τους ή σαν βλέπουμε μαζί τα βίντεο με την ημέρα της βάφτισης τους και γελούν…”Μα τόσο μικροί ήμασταν;”
Τόσο. Τόσο μικροί και αυτό το πέρασμα έγινε τόσο γρήγορα που μου λείπετε τόσο, θέλω να τους πω, μα μπερδεύω ακόμη και τον εαυτό μου…και δεν λέω τίποτε.
“Ναι τόσο μικροί και τόσο χαριτωμένοι” ψελλίζω κι εκείνοι πέφτουν στην αγκαλιά μου…στην οποία δεν χωρούν πια μα εκείνη ξέρει, ξέρει πως να τους κάνει να νιώσουν ασφάλεια.
Γιατί αυτό το σώμα, το σώμα μου… τους ξέρει καλά και νιώθει ακριβώς τι χρειάζονται!…κι αν εγώ μπερδεύομαι, το σώμα μου ξέρει ακριβώς πως να τους φροντίσει και απλώνει τα χέρια και χαϊδεύει κι αγκαλιάζει κι ακουμπά κι ανοίγει και γίνεται πελώριο για εκείνους…
Πελώριο για εκείνους!
…Πόσο παράξενο είναι όλο αυτό και ναι καταλαβαίνω τον μικρό σαν μου λέει με παράπονο πως του λείπει ο αδερφός του.
Εκείνο το μικρό αγοράκι που τη θέση του πήρε ένας νεαρός έφηβος, που ακόμη κι η φωνή του είναι αλλιώτικη…
Είναι δύσκολη αυτή η μετάβαση όχι μόνο για εκείνον που μεγαλώνει μα και για εμάς που βλέπουμε την κάθε αλλαγή του κι όσο κι αν είμαι περήφανη που πια στις βόλτες με αγκαλιάζει από τους ώμους ή τη μέση σαν μικρός κύριος, ωστόσο το χέρι μου ακόμη ψάχνει εκείνο το μικρό χεράκι και καμιά φορά…νιώθει μοναξιά χωρίς εκείνο. Χωρίς να έχει ένα μικρό τρυφερό χεράκι να προστατεύσει, να φροντίσει, να κρατήσει σφιχτά…
Εκείνο το μικρό αγοράκι που τη θέση του πήρε ένας νεαρός έφηβος, που ακόμη κι η φωνή του είναι αλλιώτικη…
Είναι δύσκολη αυτή η μετάβαση όχι μόνο για εκείνον που μεγαλώνει μα και για εμάς που βλέπουμε την κάθε αλλαγή του κι όσο κι αν είμαι περήφανη που πια στις βόλτες με αγκαλιάζει από τους ώμους ή τη μέση σαν μικρός κύριος, ωστόσο το χέρι μου ακόμη ψάχνει εκείνο το μικρό χεράκι και καμιά φορά…νιώθει μοναξιά χωρίς εκείνο. Χωρίς να έχει ένα μικρό τρυφερό χεράκι να προστατεύσει, να φροντίσει, να κρατήσει σφιχτά…
Καλημέρα αγαπημένοι…Μεγαλώνουν…Μεγαλώνουμε!




